City at a Time of Crisis

 

 

Tracing and researching crisis-ridden urban public spaces

in Athens, Greece.

You are here: Home \ Blog \ The space that remains \ Performing The State Of Emergency In Situ (Greek version)
16
Sep2013

Performing The State Of Emergency In Situ (Greek version)

Παρέμβαση: Επιτελώντας την κατάσταση έκτακτης ανάγκης in situ


I. Γλωσσολογικές (και άλλες) υποδείξεις

Ο Slavoj Žižek, στην εισαγωγική παράγραφο του βιβλίου του Βία – Έξι λοξοί στοχασμοί, διηγείται την εξής ιστορία. «Υπάρχει...», γράφει, «...μια παλιά ιστορία για έναν εργάτη που τον υποπτεύονται ότι κλέβει: κάθε βράδυ, την ώρα που φεύγει από το εργοστάσιο, το καροτσάκι που τσουλάει μπροστά του ερευνάται σχολαστικά. Οι φύλακες δεν μπορούν να βρουν τίποτα. Είναι πάντα άδειο. Τελικά, το μυστήριο λύνεται: εκείνο που κλέβει ο εργάτης είναι τα ίδια τα καροτσάκια...».[1] Ο Žižek, εν προκειμένω, αξιοποιεί το παράδοξο αυτής της ιστορίας για να αποκαλύψει τους κρυφούς μηχανισμούς νοηματοδότησης που ενεργοποιούνται για τις ανάγκες των εννοιολογήσεων της βίας. Στα πλαίσια μίας σχεδόν αυτόματης συνειρμικής διαδικασίας, η καθημερινή αποχώρηση του εργάτη από το εργοστάσιο με ένα καροτσάκι-μορφή, υπονοεί και προϋποθέτει εύλογα την απαραίτητη ύπαρξη ενός αντικειμένου-περιεχομένου. Ο Žižek αντιστοιχεί αυτό τον αυτοματισμό της σκέψης, για τις ανάγκες των λοξών στοχασμών του πάνω στη βία, στις «προφανείς εκφάνσεις της βίας» που καταλαμβάνουν το προσκήνιο του μυαλού μας, και οι οποίες μέσα στη δίνη των κυρίαρχων συμβολισμών αποκτούν τη γνωστή σε όλες και όλους ηθική και αξιολογική τους υπόσταση. Το άδειο καροτσάκι, πόσο μάλλον κατά την επανάληψή του, συνιστά, προφανώς, μία πράξη κενή νοήματος, αν την ερμηνεύσει κανείς σε ένα λίγο-πολύ αυτονόητο συγκείμενο. Αυτό, όμως, που κάνει ο εργάτης συνιστά μια παρέκκλιση στο πλαίσιο που ορίζει ο συγκεκριμένος αυτοματισμός. Ο εργάτης επιλέγει να κλέψει το ίδιο το καροτσάκι, αποδεικνύοντας πως αυτό που στην πρώτη ερμηνεία συνιστούσε μορφή-για-κάποιο-περιεχόμενο, αποτελεί γι' αυτόν, παραδόξως, το ίδιο το περιεχόμενο. Η ιδιότυπη διάρρηξη αυτού του σημασιολογικού συνεχούς βοηθάει τον Žižek να υποστηρίξει πως πρέπει να μάθουμε «να απαγκιστρωνόμαστε από τη σαγήνη αυτής της άμεσα ορατής «υποκειμενικής» βίας» και να προσπαθούμε να αντιλαμβανόμαστε «τα περιγράμματα του φόντου που προκαλούν τέτοια ξεσπάσματα».[2] Η προσπάθεια αυτή θα μας οδηγήσει αναπόφευκτα, κατά Žižek, στην αποκάλυψη μιας πιο θεμελιακής μορφής βίας, την οποία αποκαλεί «συμβολική», και η οποία «ενσαρκώνεται στη γλώσσα και τις μορφές της», και «χαρακτηρίζει τη γλώσσα καθαυτήν, το γεγονός ότι μας επιβάλλει ένα συγκεκριμένο σύμπαν νοήματος».[3]

Αν κάτι έχει νόημα, λοιπόν, να κρατήσει κανείς από αυτή τη συμβολική χρήση της μικρής επαναλαμβανόμενης «αταξίας» του εργάτη, αυτό είναι το ότι οφείλουμε, κάθε φορά που ενεργοποιούνται τέτοιες διαδικασίες απόδοσης νοήματος, να εξετάζουμε σχολαστικά τους ίδιους τους όρους και τις συνθήκες συγκρότησης και άρα τη νομιμότητα της εκάστοτε διαδικασίας. Και δεν είναι τυχαίο πως το βασικό συμπέρασμα του Žižek από τη χρήση αυτής της «παραβολής» οδηγεί αναπόφευκτα στο βασίλειο της γλώσσας. Όχι μόνο γιατί ο άνθρωπος «έκανε την ίδια τη ζωή του, τη φύση του, διακύβευμα της ομιλίας του», και όπως, πολύ όμορφα, το συνοψίζει ο Giorgio Agamben, «έπαιξε την ύπαρξη του στη γλώσσα».[4] Αλλά ταυτόχρονα επειδή η γλώσσα μάς εφοδιάζει με έναν παραδειγματικό μηχανισμό διαπλοκής μορφής και περιεχομένου μέσα από την ίδια της την καθημερινή λειτουργία. Ο Agamben, επιχειρώντας να διατυπώσει κάποιους πολύ χοντρικούς προβληματισμούς πάνω στη γλωσσική φύση και τη λειτουργία της προσταγής, καταφεύγει σε ένα μικρό κεφάλαιο από το βιβλίο των Gilles Deleuze και Felix Guattari A Thousand Plateaus – Capitalism and Schizophrenia, αξιοποιώντας κάποιες σχετικές γλωσσολογικές παρατηρήσεις τους. Λέει, λοιπόν, ακολουθώντας τους δύο θεωρητικούς, πως υπάρχουν πολλές πλευρές της γλώσσας «...που δεν μπορούν να αναχθούν σε ένα σύστημα σημείων για να μεταδίδουμε σημαινόμενα μέσω σημαινόντων. Π.χ. ανάμεσα στο “ο Γιάννης βαδίζει” και στο “Γιάννη, βάδιζε”, φαινομενικά το σημασιολογικό περιεχόμενο είναι το ίδιο, αλλά στο πραγματολογικό επίπεδο είναι εντελώς διαφορετικά, το πλαίσιο αλλάζει τελείως».[5] Οι Deleuze και Guattari, ουσιαστικά, εκκινούν από την έρευνα του φιλόσοφου J.L. Austin πάνω στα επιτελεστικά ρήματα και σε αυτό που αρχικά ο τελευταίος ονόμασε επιτελεστική υπόθεση. Αλλά κυρίως, και μιας και η επιτελεστική υπόθεση εγκαταλείφθηκε, στη συνέχεια, και από τον ίδιο τον Austin, βασίζονται στην όψιμη θεωρία του για τα εκφωνήματα ως πράξεις, δηλαδή στη θεωρία του για τις λεκτικές πράξεις ή τα ομιλιακά ενεργήματα (speech acts)[6] και στον κλάδο της πραγματολογίας στον οποίο η θεωρία αυτή άνοιξε το δρόμο.  

Ο Austin, για τις ανάγκες κατανόησης της λειτουργίας αυτών των πράξεων, προέβη σε μια ουσιώδη τριμερή διάκριση. Μετά την κατάρρευση της επιτελεστικής υπόθεσης διέκρινε τρεις διαφορετικές διαστάσεις κάθε εκφοράς. Την πρώτη την ονόμασε εκφωνητική πράξη (locution/locutionary act) και αντιστοιχεί στα όσα πράγματι ειπώθηκαν. Τη δεύτερη, προσλεκτική πράξη (illocution/illocutionary act), και αφορά την πρόθεση του ομιλητή πίσω από τις λέξεις. Και την τρίτη, δια-λεκτική πράξη (perlocution/perlocutionary act), που δεν είναι άλλο από το αποτέλεσμα της προσλεκτικης πράξης στον ακροατή.[7] Αυτό, δηλαδή, που αποκάλυψε ο Austin είναι πως υπάρχει κάτι πολύ ουσιαστικότερο στην καθημερινή γλώσσα από την απλή σημασία των λέξεων που χρησιμοποιούμε· ότι οι λέξεις, τελικά, επιτελούν κάποιες πράξεις.[8] Και εδώ ακριβώς, χωρίς να χρειάζεται να εισέλθουμε σε περισσότερες λεπτομέρειες, εντοπίζεται η πολύτιμη συμβολή του Austin στο πεδίο της σκέψης και της κατανόησης της επικοινωνίας. Αν ακολουθήσουμε προσεκτικά, λοιπόν, αυτή την ανάγνωση, φαίνεται οι λεκτικές πράξεις να εμφανίζουν μια σχετική, αλλά ουσιαστική, αυτονομία ως προς εκείνο το σύστημα σημείων μέσα στο οποίο τα εκφωνήματα θα περιμέναμε να αποκτούν το νόημα και το σημασιολογικό τους περιεχόμενο.[9] Δε θα ήταν, επομένως, παρακινδυνευμένο, σε αυτό το σημείο, να ισχυριστεί κανείς πως η καινοτομία του Austin υποδεικνύει έναν άλλο τρόπο ανάγνωσης της παραβολής του Žižek που μόλις παραθέσαμε. Στην περίπτωση του το καροτσάκι δεν είναι απλώς άδειο, αλλά και κενό νοήματος. Αλλά πέρα από αυτό που φαίνεται, ο εργάτης επιτελεί μια άλλη πράξη που διατηρεί τη δική της σημασία και έχει το δικό της νόημα. Αν στα παραδείγματα της γλώσσας οι γλωσσικές μορφές (εκφωνήματα) φαίνεται να εξασφαλίζουν μια αυτονομία ως προς το σημασιολογικό περιεχόμενο των λέξεων που χρησιμοποιούνται, λειτουργώντας μάλιστα ως περιεχόμενο καθ' εαυτές, στην περίπτωση του εργάτη το καροτσάκι-μορφή του διατηρεί τη δική του αυτονομία τόσο ως προς το περιεχόμενο που θα περίμενε κανείς να εντοπίσει μέσα σ' αυτό όσο και ως προς την ίδια την πράξη μιας τέτοιας πρόβλεψης. Και όπως φάνηκε ήδη, για τον εργάτη συνιστούσε εξαρχής το ίδιο το περιεχόμενο.

Οι Deleuze και Guattari, ακολουθώντας τη σκέψη του γλωσσολόγου Oswald Ducrot, το διατυπώνουν άλλωστε καθαρά. Υπάρχουν όροι και εκφωνήματα στην καθημερινή γλώσσα που εμφανίζουν μια αδιαμφισβήτητη αυτο-αναφορικότητα εξαιτίας της προσλεκτικής τους ισχύος. «Και η προσλεκτική πράξη ερμηνεύεται με τη σειρά της μέσω συλλογικών συναρθρώσεων εκφοράς, μέσω δικαιικών πράξεων ή ισοδύναμών τους, τα οποία απέχοντας πολύ από το να εξαρτώνται από διαδικασίες υποκειμενοποίησης ή από εγγραφές υποκειμένων στη γλώσσα, στην πραγματικότητα είναι αυτά που καθορίζουν την κατανομή τους».[10] Η χρήση, εδώ, της δικαιικής αναφοράς δεν είναι διόλου τυχαία. Στο βαθμό που η πρωτογενής αποστολή της γλώσσας, για τους Deleuze & Guattari, δεν είναι το να μεταφέρει πληροφορίες αλλά προσταγές και παραγγέλματα (order-words), είναι εύλογο το συμπέρασμά τους πως «Οι προσταγές-παραγγέλματα δεν αφορούν μονάχα διαταγές, αλλά κάθε πράξη συνδέεται με εκφωνήματα μέσω μιας “κοινωνικής υποχρέωσης”».[11] Η κοινωνική αυτή υποχρέωση προφανώς και είναι δικαιικά διαμεσολαβημένη και διατυπωμένη. Μάλιστα ο Ducrot φτάνει στο σημείο να μιλήσει για «μία πραγματολογία που να καλύπτει όλη τη γλωσσολογία και να προχωρά προς τη μελέτη των συναρθρώσεων εκφοράς, ιδωμένων από μία “δικαιική”, “πολεμική” ή “πολιτική” σκοπιά».[12] Η σημασία που διατηρεί αυτή η προσφυγή σε άλλους κλάδους νοηματοδότησης της ανθρώπινης εμπειρίας είναι τεράστια και αποδεικνύει πως η αξία της επιτελεστικότητας, ή ακριβέστερα της προσλεκτικότητας και της δια-λεκτικότητας, αφορά πεδία πολύ ευρύτερα των αυστηρών γλωσσικών χρήσεων. Ενδεικτική είναι η θέση των Deleuze & Guattari πως στη σκιά αυτής της πανταχού παρούσας προσταγής, οι λεκτικές πράξεις «φαίνεται να ορίζονται ως το σύνολο όλων των ασώματων μετασχηματισμών που ισχύουν σε μία δεδομένη κοινωνία και που αποδίδονται στα σώματα της κοινωνίας αυτής».[13] Πρόκειται, δηλαδή, για ασώματους λεκτικούς μηχανισμούς που εφαρμόζονται  –και επιτελούν κάτι– απευθείας πάνω στα σώματα. «Κάθε προσταγή-παράγγελμα [...] κουβαλάει μία μικρή θανατική ποινή», γράφουν οι Deleuze & Guattari χαρακτηριστικά.[14] Μήπως εδώ δε βρίσκει, λοιπόν, την πλήρη σημασία της και η κλήτευση του Habeas Corpus, στην οποία αναφέρεται ο Agamben, και η οποία φρόντιζε, ήδη από το 13ο αιώνα, να διασφαλίσει τη φυσική ενσώματη παρουσία ενός προσώπου ενώπιον του δικαστηρίου;[15]

Στο φως αυτών των παρατηρήσεων οφείλει κανείς να παραδεχτεί πως δεν υπάρχει στοχαστής που να ανέδειξε περισσότερο τη σημασία της επιτελεστικότητας για τις ανάγκες της ενσώματης αντίληψης από την Judith Butler. Οι διεισδυτικές της παρατηρήσεις, εκκινώντας από την έννοια του έμφυλου εαυτού ως επιτελεστική κατασκευή, επέδειξαν μια μοναδική ευαισθησία ως προς την αντίληψη της πολυπλοκότητας της συγκρότησης του υποκειμένου. Και όπως θα περίμενε κανείς, μία από τις βασικές αφετηρίες της σκέψης της Butler εντοπίζεται στην προαναφερθείσα θεωρία των ομιλιακών ενεργημάτων του Austin και συγκεκριμένα, όπως γράφει η Αθηνά Αθανασίου, στην «ντεριντιανή κριτική ανάγνωση» της θεωρίας αυτής, εισάγοντας μια «αναθεωρημένη εκδοχή της θεωρίας της επιτέλεσης στο πλαίσιο του φύλου και της έμφυλης/σεξουαλικής διαφοράς».[16] «Το φύλο δεν αποτελεί επ' ουδενί μια σταθερή ταυτότητα», γράφει η Butler. «Είναι, αντίθετα, μια ταυτότητα που συγκροτείται με κοπιώδεις διαδικασίες μέσα στο χρόνο – μια ταυτότητα που εγκαθιδρύεται μέσα από μια υφολογικά τυποποιημένη επανάληψη πράξεων».[17] Το φύλο, λοιπόν, δεν είναι, αλλά συμβαίνει. Και σ' αυτήν ακριβώς τη διαφορά αποκτά το νόημά της η επιτελεστική του εκδήλωση. Η συμβολή της Butler στο διαρκή στοχασμό για την παραγωγή της ταυτότητας μοιάζει ανεκτίμητη, καθιστώντας, πια, αναγκαίο και αναπόφευκτο, κατά μία έννοια, ένα πέρασμα από τον κόσμο της επιτελεστικότητας, αν θέλει κανείς να αναμετρηθεί σοβαρά με τη νοηματοδότηση του Εαυτού και του Άλλου. Η έμφασή της στις διαδικασίες παραγωγής της έμφυλης διαφοράς ανέδειξε με υποδειγματικό τρόπο την πρωταγωνιστική θέση που κατέχει το σώμα ως εκείνο το πεδίο μέσα στο οποίο διακυβεύεται, καθημερινά, η αναπαραγωγή των κυρίαρχων πολιτισμικών συμβάσεων. Και επικαιροποίησε τη σημασία των πράξεών μας όχι μόνο ως πράξεων πολιτικών, αλλά ως πράξεων επιτελεστικών, επισημαίνοντας τον αναπόδραστο δημόσιο χαρακτήρα τους.[18] Η Butler φτάνει, εν τέλει, στο σημείο να υποστηρίξει πως «η έμφυλη πραγματικότητα είναι επιτελεστική, πράγμα που σημαίνει ότι είναι πραγματική μονάχα στο βαθμό που επιτελείται».[19]

Η Αμερικανίδα θεωρητικός, στο ύστερο έργο της, υπερβαίνει, όμως, το πεδίο της αυστηρά έμφυλης παραγωγής, δοκιμάζοντας μια επιτελεστική ανάγνωση της ευρύτερης έννοιας της επισφάλειας ή ακριβέστερα του επισφαλούς υποκειμένου. Στα πλαίσια αυτής της δοκιμής, λοιπόν, υποστηρίζει πως καθίσταται επείγον το να αφουγκραστούμε τις υποδείξεις μιας κοινωνικής οντολογίας «σύμφωνα με την οποία είμαστε η καθεμία κι ο καθένας εκτεθειμένοι στον άλλο και η επισφάλεια αποτελεί γενικευμένη συνθήκη αυτής της κοινωνικής οντολογίας».[20] Η επισφάλεια, λοιπόν, σχετίζεται με τη δομική εκείνη αλληλεπίδραση με τους άλλους, στη σκιά των κοινωνικών και πολιτισμικών συγκείμενων μέσα στα οποία η καθημερινή μας εμπειρία (αναγκάζεται να) αποκτά το νόημά της. Στην καρδιά αυτής της αλληλεπίδρασης η Butler θέτει επίμονα το ερώτημα «πώς γίνεται λοιπόν και ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφερόμαστε, ο τρόπος με τον οποίο εξειδικεύουμε τις μορφές ύπαρξής μας –αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε πεδίο της επιτελεστικότητας– τοποθετείται σε μια σφαίρα σχεσιακότητας χωρίς την οποία δεν μπορούμε να εμμείνουμε στο Είναι μας; Δεν φτιάχνουμε τον εαυτό μας από μόνοι μας, ούτε και είμαστε πλήρως καθορισμένοι».[21] Στη μετέωρη, λοιπόν, και αμφίσημη αυτή θέση του υποκειμένου η επιτελεστική λειτουργία γίνεται ο τρόπος αναπαραγωγής, μα και απόρριψης και εκτροπής των κοινωνικών συμβάσεων. Ο μετεωρισμός αυτός έρχεται ως επακόλουθο εκείνου του κόσμου των προσταγών και της κοινωνικής υποχρέωσης, για να επαναφέρουμε τους Deleuze & Guattari στη συζήτηση, και ως μια επαμφοτερίζουσα θέση που άλλοτε φιλοξενεί την άρνηση και άλλοτε την αποδοχή, μέσα σε ένα περιβάλλον κανόνων και επιταγών. «Ας θυμηθούμε...», γράφει η Butler, «...ότι η επιτελεστικότητα δεν παραπέμπει μόνο σε ρητές λεκτικές πράξεις αλλά και στην αναπαραγωγή κανόνων. Πραγματικά, δεν υπάρχει αναπαραγωγή του κοινωνικού κόσμου που να μην είναι ταυτόχρονα αναπαραγωγή των κανόνων που διέπουν τη νοητότητα του σώματος στο χώρο και στο χρόνο».[22]  Επομένως, η επιτελεστικότητα ως το πεδίο εκείνο μέσα στο οποίο ανοίγονται τόσο οι δυνατότητες του ανήκειν όσο και εκείνες του αποκλεισμού, και άρα ως το πεδίο μέσα στο οποίο κρίνεται και αξιολογείται η αναγνω(ρι)σιμότητα του υποκειμένου, δεν μπορεί παρά να αλληλεπιδρά με τις πιθανότητες επισφάλειας που καραδοκούν και στοιχειώνουν διαρκώς την αναπαραγωγή του κοινωνικού αυτού κόσμου, υπονοώντας, εν τέλει, πως κατά μία έννοια επιτελείται και η ίδια η επισφάλεια.

Στο φως αυτής της υπόνοιας, και ιδίως μέσα στο ζοφερό περιβάλλον που διαμορφώνει η «κρίση», είναι που η Αθανασίου προτείνει μια κατανόηση της κατάστασης έκτακτης ανάγκης (κατεξοχήν παραγωγού επισφάλειας) ως πράξης επιτελεστικής. Η συνθήκη της επισφάλειας συνιστά, εδώ, την απαραίτητη συνδετική ύλη, μιας και, όπως γράφει η Αθανασίου, «η κατάσταση έκτακτης ανάγκης καθιστά κάθε μορφή ζωής ευάλωτη στην πιθανότητα ανάθεσης ενός οποιουδήποτε στάτους εξαίρεσης, όπως είναι η αφαίρεση δικαιωμάτων».[23] Και επισημαίνει πως έχει «ιδιαίτερη σημασία [...] να κατανοήσουμε την πράξη της αναστολής του νόμου, υπό τους όρους της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, ως μια πράξη επιτελεστική, η οποία “αναζωογονεί” το φά(ντα)σμα της “αναχρονιστικής” κυριαρχίας, δημιουργώντας μια σύγχρονη μορφή κυρίαρχης εξουσίας μέσα στο πεδίο της κυβερνολογικής».[24] Η σημασία αυτής της παρατήρησης εντοπίζεται στο γεγονός πως η κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν εφαρμόζει, απλώς, στα προβλεπόμενα πλαίσια μιας τυπικής αντιστοιχίας, μια αναστολή που έχει συλληφθεί θεωρητικά στο πεδίο του δικαίου, αλλά μετασχηματίζει διαρκώς και το ίδιο το μοντέλο της κυριαρχίας, το οποίο έχει φροντίσει να προβλέψει γι' αυτήν (την έκτακτη ανάγκη) μια έκτακτη θέση (με τη διπλή σημασία του όρου) στο δικαιικό του οπλοστάσιο. Και ακριβώς αυτή η μετασχηματιστική της δυναμική είναι που μαρτυράει και την επιτελεστική της λειτουργία. Όχι μόνο γιατί, όπως καταδεικνύει ο Agamben, η έννοια της ανάγκης καθίσταται θεωρητικά «πρωταρχική πηγή δικαίου», κάνοντας κάτι πολύ σημαντικότερο από το να θεσπίζει απλώς δίκαιο, μιας και είναι αυτή που του παρέχει, πρώτα απ' όλα, τη δυνατότητα να καθίσταται το τελευταίο διανοητό.[25] Αλλά και επειδή, αν δεν υλοποιούταν το πέρασμα από την περιοχή της λογικής (της σημασιολογίας θα έλεγαν οι Deleuze & Guattari) στην περιοχή της πράξης (δηλαδή της πραγματολογίας), με την εφαρμογή μιας πραγματικής έκτακτης ανάγκης, δε θα μπορούσε η κυριαρχία να επανα-επιβεβαιώνει τελετουργικά τον ίδιο της το θρίαμβο, που δεν είναι άλλος από την επιτέλεση της αναστολής του νόμου.[26]

Η σημασία της πράξης, και άρα της επιτελεστικής λειτουργίας, στο πεδίο του δικαίου προκύπτει, εξάλλου, και από τη δομική διαπλοκή της γλώσσας και του δικαίου, έτσι όπως αυτή σχηματικά αποκαλύφθηκε από το σύντομο πέρασμά μας από τους Deleuze & Guattari. Ο Agamben υπενθυμίζει πως δεν είναι καθόλου βέβαιο πως ένας κανόνας όντως θα εφαρμοσθεί, μιας και «όπως μεταξύ γλώσσας και κόσμου, έτσι και μεταξύ του κανόνα και της εφαρμογής του δεν υπάρχει κανένας εσωτερικός δεσμός που να επιτρέπει το ένα να προέρχεται άμεσα από το άλλο».[27] Αντίθετα, αυτό που εξασφαλίζει την εφαρμογή του κανόνα, βεβαιώνει ο Ιταλός στοχαστής, προϋποθέτει μια «διαδικασία» (“trial”) η οποία κορυφώνεται, τελετουργικά, με την ενεργοποίηση ενός εκφωνήματος (δηλαδή γλωσσικά) που επιδρά, όπως είδαμε, απευθείας στο σώμα (και συγκεκριμένα της απαγγελίας μιας απόφασης σε μια αίθουσα δικαστηρίου, της par excellence, δηλαδή, λεκτικής πράξης), αξιοποιώντας την προσλεκτική ισχύ των λέξεων και το δια-λεκτικό τους δυναμικό.[28] Ενός εκφωνήματος «του οποίου η λειτουργική αναφορά στην πραγματικότητα εξασφαλίζεται από τις θεσμικές εξουσίες».[29] Από τις ίδιες θεσμικές εξουσίες που είχαν, προ πολλού, αναθέσει στην ανάγκη το ρόλο να θεσπίζει δίκαιο, προβλέποντας, έτσι, μια επίτιμη θέση για την κατάσταση εξαίρεσης μέσα σε αυτό, συμπεριλαμβάνοντας μέσα στον κανόνα την ίδια του την εξαίρεση, και δίνοντας χώρο, εν τέλει, σε ένα λογικό βραχυκύκλωμα. Επομένως, ακούγοντας την προτροπή της Αθανασίου, οφείλουμε να δούμε, όντως, στο πρόσωπο της κατάστασης έκτακτης ανάγκης μια υπόθεση επιτελεστική, της οποίας οι βαριές υλικές συνέπειες, στην πόλη της Αθήνας, έχουν ήδη αρχίσει, σήμερα, να διαφαίνονται.
 

II. Από τη γλώσσα στο παράδειγμα

Η δομική σχέση μεταξύ γλώσσας (και άρα και της πραγματολογικής της λειτουργίας) και δικαίου (και άρα και της κατάστασης έκτακτης ανάγκης) αναδεικνύεται, όμως, και με έναν άλλο, αν και έμμεσο, τρόπο μέσα από το έργο του Agamben. Ο Ιταλός φιλόσοφος, πολλά χρόνια πριν επιχειρήσει να δώσει κάποιες διευκρινήσεις πάνω στην πρωταγωνιστική θέση που καταλαμβάνει η έννοια του παραδείγματος στο έργο του, έγραφε: «Παραδειγματικό είναι αυτό που δεν ορίζεται από καμία ιδιότητα, εκτός από το είναι-όπως-λέγεταί του».[30] Αρκεί, λοιπόν, ακόμη και μία σύντομη στάση στον παραπάνω ορισμό για να διαγνώσει κανείς την ομοιότητα που αυτός εμφανίζει με εκείνη την έκθεση-στη-γλώσσα, με την οποία ο Agamben καταπιάστηκε στο τελευταίο μέρος του ίδιου βιβλίου, και στην οποία αφιέρωσε και συνεχίζει να αφιερώνει ένα μεγάλο τμήμα του συνολικού του έργου.[31] Μία αδιαμφισβήτητη ομοιότητα που προσωρινά προκαλεί τη λογική, γεννώντας ένα εύλογο ερώτημα για το τι το παραδειγματικό μπορεί να κυοφορεί αυτή η επίμαχη έκθεση. Αυτή η καθαρή, λοιπόν, σχέση με τη γλώσσα, η οποία όπως είδαμε συνιστά την καταστατική συνθήκη αναπαραγωγής του οποιουδήποτε κανόνα, χαρακτηρίζεται από τις ιδιότητες ενός παραδείγματος. Πώς χρησιμοποιείται, όμως, η έννοια του παραδείγματος στο έργο του Agamben; Ο Ιταλός φιλόσοφος πραγματεύεται το συγκεκριμένο θέμα τόσο στο βιβλίο του Η Κοινότητα που Έρχεται όσο και στο The Signature of All Things – On Method. Εν τούτοις, παρά τις όποιες ομοιότητες, αυτές οι δύο δημόσιες εμφανίσεις του παραδείγματος στο έργο του Agamben δίνουν την αίσθηση πως αναπτύσσονται σε διαφορετικές κατευθύνσεις. Διαπίστωση μάλλον εύλογη, αν εκτιμήσει κανείς πως ανάμεσά τους μεσολάβησαν δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια. Ίσως αυτή η απόκλιση να συμβολοποιείται, μάλιστα, και από το γεγονός πως ο Ιταλός στοχαστής επιλέγει να χρησιμοποιήσει στα δύο αυτά κείμενα τους δύο διαφορετικούς, στην ιταλική γλώσσα, όρους esempio (αντιστοιχεί στο αγγλικό example) και paradigma (αντιστοιχεί στο αγγλικό paradigm), για να περιγράψει την παραδειγματική λειτουργία.[32]

Εν τούτοις, για τις ανάγκες της δικής μας διερώτησης θα είχε νόημα να σταθούμε στη δεύτερη, την πιο σύγχρονη και πιο αναλυτική περιγραφή της έννοιας του παραδείγματος. Ο Agamben γράφει σχετικά: «Στην πορεία της έρευνάς μου έχω γράψει για ορισμένες μορφές όπως ο homo sacer, ο Muselmann, η κατάσταση εξαίρεσης, και το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Αν και όλες τους συνιστούν πραγματικά ιστορικά φαινόμενα, παρ' όλα αυτά τις μεταχειρίστηκα ως παραδείγματα, ο ρόλος των οποίων ήταν να συγκροτήσουν και να καταστήσουν πιο κατανοήσιμο ένα ευρύτερο ιστορικό συγκείμενο».[33] Εδώ, λοιπόν, η αινιγματική λειτουργία της κατάστασης εξαίρεσης επικαιροποιείται μέσα από την εισαγωγή μας στην έννοια του παραδείγματος. Τι είναι αυτό, όμως, που χαρακτηρίζει ένα παράδειγμα και πώς ακριβώς σχετίζεται η κατάσταση εξαίρεσης μαζί του; Όπως αναφέρθηκε ήδη, το παράδειγμα μπορεί να αξιώνει την πραγματολογική του νομιμοποίηση μέσα από την προσφυγή του σε κάποιο συγκεκριμένο ιστορικό φαινόμενο. Αλλά ο λόγος για τον οποίο επιλέγει κανείς να στρέψει το βλέμμα του σε αυτό το φαινόμενο, αποδίδοντάς του παραδειγματικές ιδιότητες, έχει να κάνει με τις δυνατότητες που το τελευταίο προσφέρει ως προς την κατανόηση ευρύτερων φαινομένων, που μπορεί να χαρακτηρίζονται από ποιοτικές και ποσοτικές διαφορές, και που δεν είναι ανάγκη να συνδέονται με κάποιο τρόπο χρονικά. Η παραδειγματική σχέση ενεργοποιείται μέσα από τη σχέση της αναλογίας και όχι από εκείνη της μεταφοράς, όπως ξεκαθαρίζει ο Agamben.[34] Και «δε συμβαίνει απλώς ανάμεσα σε αισθητά αντικείμενα ή ανάμεσα σε αυτά τα αντικείμενα και ένα γενικό κανόνα· αντιθέτως συμβαίνει ανάμεσα σε μία ενικότητα (η οποία έτσι καθίσταται παράδειγμα) και την έκθεσή της (την κατανοησιμότητά της)».[35] Η επιτελεστική, λοιπόν, διάσταση φαίνεται να επανέρχεται, μέσα από τις παραπάνω περιγραφές, με ένα διπλό νόημα. Αφενός το παράδειγμα γεννιέται μέσα στην ίδια του την έκθεση, δηλαδή μέσα από την επιτέλεσή του[36]. Αφετέρου επιτελεί, μέσα από αυτή την έκθεση, την κατανόηση ευρύτερων φαινομένων[37]. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ως ένα από τα κομβικά παραδείγματα στα πλαίσια της αγκαμπενικής σκέψης, συλλαμβάνεται ακριβώς μέσα σε αυτή τη διπλή λειτουργία και εκεί κρίνεται αναγκαία η οποιαδήποτε ανάγνωσή της.

Βλέπουμε, λοιπόν, πως το παράδειγμα φαίνεται να κυοφορεί ένα κρίσιμο επιτελεστικό δυναμικό το οποίο εκδηλώνεται ταυτόχρονα σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Θα υποστήριζε κανείς πως ο Agamben εστίασε, στις παραπάνω διευκρινίσεις του, κυρίως στο δεύτερο εξ αυτών, επιχειρώντας να αναδείξει τις νοηματ(οδοτ)ικές του ιδιότητες μέσα από τη σχέση της αναλογίας, φροντίζοντας παράλληλα να ξεκαθαρίσει πως δεν πρόκειται για την απλή ενεργοποίηση μίας τυπικής σημασιολογικής διαδικασίας.[38] Τι θα σήμαινε, όμως, το να εστιάσει κανείς στο πρώτο σκέλος αυτής της διπλής λειτουργίας; Στο πώς δηλαδή το παράδειγμα εκτίθεται μέσα στη μοναδικότητά του και στο πώς μόνο μέσα από αυτή του την έκθεση είναι που αποκτά τον παραδειγματικό του χαρακτήρα; Καθίσταται, λοιπόν, σαφές πως κάθε απόπειρα να μελετήσουμε τη λειτουργία ενός παραδείγματος οφείλει να αναμετρηθεί με τις συνθήκες της ίδιας του της δημόσιας έκθεσης. Με άλλα λόγια, οφείλει να το αξιολογήσει μέσα από τις υλικότητες, την παρατηρησιμότητα και την εφαρμοσιμότητά του. Και η επίγνωση αυτή, αν και φαίνεται να μη συνιστά προτεραιότητα για τον Agamben, εξηγεί την καθόλου τυχαία προσφυγή του στο έργο του Thomas S. Kuhn· ήτοι την είσοδό του στον κόσμο της επιστημολογίας και των φυσικών επιστημών. Η σημασία που διατηρεί αυτή η προσφυγή δεν περιορίζεται μόνο στις δυνατότητες που προσφέρει το συντακτικό της επιστημολογίας για τις ανάγκες κατανόησης της έννοιας του παραδείγματος, αλλά μας επιτρέπει να παρατηρήσουμε το πώς η κατάσταση έκτακτης ανάγκης συγκροτείται μέσα στην υλικότητά της, όπως ακριβώς συγκροτείται ένα παράδειγμα στον κλάδο των φυσικών επιστημών· δηλαδή μέσα από θεωρία, παρατηρήσεις, πειράματα και δοκιμές.

Ο φιλόσοφος της επιστήμης Alan F. Chalmers γράφει πως «ένα παράδειγμα αποτελείται από τις γενικές θεωρητικές παραδοχές, τους νόμους, και τις τεχνικές εφαρμογής παραδοχών και νόμων που υιοθετούν από κοινού τα μέλη μιας επιστημονικής κοινότητας».[39] Και παρά το γεγονός πως το παράδειγμα δεν επιδέχεται ακριβή ορισμό, φαίνεται να είναι εφικτή η περιγραφή ορισμένων τυπικών συστατικών του στοιχείων.[40] Ο Chalmers διακρίνει, λοιπόν ανάμεσα σε άλλα, τους ρητώς διατυπωμένους νόμους και τις θεωρητικές παραδοχές,[41] τους «τυποποιημένους τρόπους εφαρμογής των θεμελιωδών νόμων σε ένα ευρύ φάσμα διαφορετικού είδους καταστάσεων»[42], τις «πειραματικές διατάξεις και τις τεχνικές χρήσης των σχετικών οργάνων, που είναι απαραίτητες για τον συσχετισμό των νόμων του παραδείγματος με τον πραγματικό κόσμο»,[43] και «κάποιες πολύ γενικές μεταφυσικές αρχές που διέπουν την επιστημονική εργασία» στα πλαίσια του παραδείγματος.[44] Εν τούτοις, το παράδειγμα στο έργο του Kuhn χρησιμοποιείται με έναν αμφίσημο τρόπο. Ο Αμερικανός ιστορικός των επιστημών, στο Υστερόγραφο της έκδοσης του 1970 του θεμελιώδους έργου του Η Δομή των Επιστημονικών Επαναστάσεων, παραδέχεται, όπως γράφει ο Chalmers, πως χρησιμοποιεί την έννοια αυτή με μία διπλή σημασία.[45] Τόσο, δηλαδή, στη γενική και αυστηρά επιστημολογική της χρήση, που αντιστοιχεί σε αυτό που αποκαλεί κλαδική μήτρα (disciplinary matrix).[46] Όσο και σε μια ειδικότερη χρήση της, για την οποία ο Kuhn επιφυλάσσει τον όρο υπόδειγμα (exemplar). Ενώ ο Chalmers εστιάζει κυρίως στην πρώτη σημασία της έννοιας του παραδείγματος, ο Agamben, που είναι γνώστης της αμφισημίας αυτής, στις σχετικές του διευκρινίσεις φαίνεται να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη δεύτερη, η οποία όπως τονίζει αποδείχτηκε και για τον ίδιο τον Kuhn πιο ενδιαφέρουσα.[47] Στη βάση αυτής της δεύτερης σημασίας, και επιχειρώντας να αποδεσμεύσει τη συγκρότηση της επιστήμης από την ύπαρξη ενός αυστηρού συστήματος κανόνων, ο Agamben γράφει πως «ένα παράδειγμα συνιστά απλώς ένα υπόδειγμα, μία μοναδική περίπτωση που μέσα από την επαναληψιμότητά της αποκτά την ικανότητα να διαμορφώνει σιωπηρώς τη συμπεριφορά και τις ερευνητικές πρακτικές των επιστημόνων».[48]

Επαναδιατυπώνεται, λοιπόν, με αυτόν τον τρόπο η επιτελεστική λειτουργία της έννοιας του παραδείγματος, το οποίο, αυτή τη φορά, κατά την έκθεση της μοναδικότητάς του, και ιδίως κατά την επανάληψη αυτής της έκθεσης, καθοδηγεί σιωπηρώς τις πρακτικές των επιστημόνων και σχηματοποιεί, κατά μία έννοια, μία λίγο-πολύ συγκροτημένη γραμμή έρευνας. Είναι σαφές πως ο Agamben, μέσα από αυτήν του την περιγραφή, επιθυμεί να κρατήσει αποστάσεις από τη σημασία που διατηρούν οι αυστηροί κανόνες και οι νόμοι κατά τη συγκρότηση των επιστημονικών παραδειγμάτων. Αφήνοντας, μάλιστα, να εννοηθεί πως το παράδειγμα γεννιέται μόνο ή κυρίως μέσα από την έκθεσή του και συλλαμβάνεται μέσα από την παρατήρηση αυτής της έκθεσης, χωρίς να προαπαιτείται κάποιο θεωρητικό εργαλείο ή κάποιο σύστημα βασικών ερμηνευτικών αρχών. Ο Chalmers, όμως, που εστιάζει στην πρώτη σημασία του κουνιανού παραδείγματος, τονίζει πως «η θεωρία προηγείται της παρατήρησης στην επιστήμη» και πως «οι παρατηρήσεις και τα πειράματα διεξάγονται με σκοπό τον έλεγχο ή τη διασάφηση κάποιας θεωρίας».[49] Και αν θυμηθούμε πως ένα από τα τυπικά συστατικά στοιχεία του παραδείγματος συνιστούν οι «ρητώς διατυπωμένοι νόμοι και οι θεωρητικές παραδοχές», τότε προκύπτει πως τα παραδείγματα παίζουν, όντως, ένα κρίσιμο ρόλο «...στην καθοδήγηση της παρατήρησης και του πειράματος».[50] Η φαινομενική αυτή διχοτομία δε θα πρέπει, εν τούτοις, να μας ακινητοποιεί, στο βαθμό που θα μπορούσε κανείς να εξαγάγει ιδιαίτερα γόνιμα συμπεράσματα από τη συνομιλία των δύο διαφορετικών σημασιών του παραδείγματος. Και θα δούμε πως για τις περιπτώσεις που θα μας απασχολήσουν στη συνέχεια, μια τέτοια συνομιλία όχι μόνο είναι σε θέση να ερμηνεύσει αποτελεσματικότερα την πραγματικότητα που διαμορφώνει η κατάσταση έκτακτης ανάγκης (η κατάσταση έκτακτης ανάγκης-ως-παράδειγμα), αλλά επικαιροποιεί επιπλέον και την επιτελεστική της λειτουργία.            

Αυτό που έχει σημασία να κρατήσει κανείς από αυτές τις παρατηρήσεις είναι πως η κατάσταση έκτακτης ανάγκης φαίνεται να συγκροτείται τόσο επιστημολογικά όσο και επιτελεστικά. Τόσο δηλαδή μέσα από το λόγο (discourse) για την κατάσταση έκτακτης ανάγκης όσο και μέσα από τις επαναλαμβανόμενες παραστασιακές της εκδηλώσεις. Η συνεχής επανάληψη ενός παραδείγματος (με την έννοια του exemplar, όπως θα προτιμούσε ο Agamben) αποκτά το παραδειγματικό της νόημα μονάχα μέσα σε εκείνο το εννοιολογικό πλαίσιο που της επιτρέπει να αξιώνει παραδειγματικές δυνατότητες.[51] Αντίστοιχα, το θεωρητικό πλαίσιο δεν παραμένει αναλλοίωτο, αλλά μετασχηματίζεται και αναθεωρείται (επιτελεστικά) μέσα από τις συνεχείς επαναλήψεις του παραδείγματος (πάλι με την έννοια του exemplar). Και ας έχουμε κατά νου πως η κατάσταση έκτακτης ανάγκης σαφώς και δεν προκύπτει ως φυσικό φαινόμενο, αλλά εκδηλώνεται αφενός ως αποτέλεσμα εντατικών διεργασιών που λαμβάνουν χώρα στο πεδίο της ιδεολογικής παραγωγής, αφετέρου μέσα στην υλικότητά της, ως τρόποι, δηλαδή, εφαρμογής κάποιων «θεωρητικών παραδοχών» και ενός, ειδικά διαμορφωμένου γι' αυτόν το σκοπό, εννοιολογικού και επιχειρησιακού πλαισίου. Αν θέλαμε, επομένως, να μελετήσουμε την κατάσταση έκτακτης ανάγκης ως παράδειγμα, ήτοι στην επανάληψή του, θα είχε νόημα να επισκεφτούμε τα θεωρητικά εργαστήρια που την απεργάζονται και που φροντίζουν να την προικίσουν τόσο με τα απαραίτητα ιδεολογικά εχέγγυα (εκείνα που θα της επιτρέψουν να διεκδικήσει το πλήρες παραδειγματικό της νόημα, να αξιώσει την αναγκαία της νομιμοποίηση και να αναλάβει, κάθε στιγμή, τις πολύ συγκεκριμένες ιστορικές της δυνατότητες) όσο και με εκείνο το εννοιολογικό πλαίσιο, που σε επίπεδο επιχειρήσεων θα καθοδηγήσει επιτυχημένα τις όποιες εφαρμογές της. Πρόκειται, επομένως, για μία διπλή θεωρητικο-εννοιολογική ευθύνη, η ανάληψη της οποίας απασχολεί τα επιτελεία της αστυνομικής επιστήμης πολύ πριν η κατάσταση έκτακτης ανάγκης θέσει τους γνωστούς της όρους στο δημόσιο χώρο.


III. Παραδειγματικές κατασκευές στην εποχή της κρίσης

Το σύντομο αλλά απαιτητικό αυτό πέρασμα μέσα τόσο από τον κόσμο της γλωσσολογίας όσο και από τον κλάδο της επιστημολογίας θέλησε να θέσει τις θεωρητικές βάσεις μιας διαφορετικής κατανόησης των άτυπων, ακήρυχτων και επιτελεστικών εμφανίσεων της κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Και οφείλει, τώρα, να δοκιμάσει την αντοχή τους, σκύβοντας πάνω από το ζοφερό παρόν που διαμορφώνουν, σήμερα, οι εντατικές αστυνομικές επιχειρήσεις ενάντια σε επιλεγμένες όψεις του αθηναϊκού (και όχι μόνο) δημόσιου χώρου. Μία τέτοια ευκαιρία προσφέρουν οι συντονισμένες επιχειρήσεις εκκενώσεων συγκεκριμένων καταλήψεων στέγης που έλαβαν χώρα στην πόλη της Αθήνας την περίοδο ανάμεσα στο Δεκέμβριο του 2012 και τον Ιανουάριο του 2013 (χωρίς να γνωρίζουμε ακόμα για το αν το διάστημα που διανύουμε, σήμερα, δε συνιστά απλώς μια ανάπαυλα στην εφαρμογή αυτού του κρατικού σχεδίου).[52] Πολλές προσπάθειες έχουν γίνει για να ερμηνευθεί η συντονισμένη επίθεση που δέχτηκαν οι ανταγωνιστικές αυτές δομές εκείνο το μήνα, και εδώ δεν επιθυμούμε να υποτιμήσουμε καμία απ' αυτές. Έχει κάθε βάση η άποψη πως το κράτος, εξυπηρετώντας τα σχέδια της ακροδεξιάς στην ευρύτερη περιοχή του αστικού κέντρου, είχε την ξεκάθαρη πρόθεση να επιτεθεί στις συγκεκριμένες εστίες αντίστασης, σβήνοντας από το μητροπολιτικό χάρτη όχι μόνο τα υλικά τους ίχνη αλλά κυρίως τις κοινωνικές τους δυνατότητες. Διατηρεί, επίσης, τη σημασία του ο διαδεδομένος ισχυρισμός πως ο ουσιαστικός στόχος αυτής της κατασταλτικής πολιτικής ήταν η άμεση επίθεση, με τις όποιες συμβολικές της προεκτάσεις, απέναντι σε αυτές και αυτούς που αγωνίζονται και αντιστέκονται. Επιφυλάσσοντας, επιπλέον, ένα συγκεκριμένο μήνυμα για την πρακτική της κατάληψης ως μέσο για τις ανάγκες του ευρύτερου ανταγωνισμού. Πέρα, λοιπόν, απ' αυτές τις ερμηνείες, τις οποίες έχουμε κάθε δικαίωμα να υποστηρίζουμε, και που είναι μόνο κάποιες μέσα στον κόσμο των σχετικών ερμηνευτικών δυνατοτήτων, το παρόν άρθρο θα ήθελε να επιμείνει σε μία άλλη διάσταση των επιχειρήσεων αυτών, που φαίνεται σε κάποιο βαθμό να μας διαφεύγει, αλλά που εργάζεται σιωπηλά για την (ανα)παραγωγή ενός κρίσιμου νοήματος για τον ίδιο της τον εαυτό.   

Θα είχε ενδιαφέρον να εστιάσουμε, λοιπόν, στο ίδιο το γεγονός πως, καταρχάς, αυτές οι επιχειρήσεις έλαβαν χώρα·[53] στην ίδια την υλικότητα, δηλαδή, και την τέλεση αυτών των επιχειρήσεων, στους ιδιαίτερους τρόπους με τους οποίους εφαρμόστηκαν και στο θεωρητικό-εννοιολογικό πλαίσιο που φαίνεται να τους εξηγεί και να τους προετοίμασε μεθοδικά. Θα μπορούσε, δηλαδή, να υποστηρίξει κανείς πως παράγεται ένα κρίσιμο νόημα κατά την ίδια τη δημόσια εμφάνιση (ή έκθεση κατά Agamben) αυτών των επιχειρήσεων, ως μορφών οι οποίες μέσα από την επανάληψή τους οδηγούνται στην ίδια τους την αυτο-αντίληψη, στην ίδια τους τη νομιμοποίηση, και παραπέρα στην ίδια τους την αυτo-βελτίωση. Μορφών, σε μεγάλο βαθμό αυτοαναφορικών, που χρειάζονται απαραιτήτως την έκθεσή τους στο δημόσιο φως για να έχουν νόημα ως τέτοιες. Μορφών που πρέπει να δοκιμασθούν και να ελεγχθούν πρακτικά (ως εκείνο το απαραίτητο στοιχείο που κάνει τη «βρώμικη» εργαστηριακή δουλειά στα πλαίσια ενός μηχανισμού διαχείρισης κρίσεων), έτσι όπως το ορίζουν, σήμερα, οι ιδεολογικές και πολιτικές προϋποθέσεις της όποιας συζήτησης για την «κρίση». Και πάνω στο πεδίο που διαμορφώνουν αυτές οι δοκιμές οφείλουμε να αναζητήσουμε τα σημάδια που μαρτυρούν πως μια παραδειγματική λειτουργία βρίσκεται, όντως, σε εξέλιξη. Το περιβάλλον που διαμορφώνουν (και) οι επίμαχες επιχειρήσεις φέρει χαρακτηριστικά μιας ιδιότυπης κατάστασης έκτακτης ανάγκης, και επομένως φαίνεται να προσφέρει τον απαραίτητο χώρο για τη συγκρότηση ενός (νέου) παραδείγματος. Καλούμαστε, λοιπόν, να διαχειριστούμε αυτές τις επιχειρήσεις ως πειράματα στα πλαίσια ενός θεωρητικού περιβάλλοντος και μιας επιστημονικο-αστυνομικής κοινότητας, που θα συνεχίσει να σχεδιάζει και να εξελίσσεται στη βάση των παρατηρησιακών αποφάνσεων που συνοδεύουν τις επίμαχες δοκιμές. Με άλλα λόγια, θα μπορούσαμε να αντιληφθούμε τις συγκεκριμένες επιχειρήσεις ως ασκήσεις σε πραγματικό χώρο, σε πραγματικό χρόνο. Όχι μόνο ως μέσα για ένα σκοπό, αλλά ως σκοπό καθ' εαυτές, ανατρέχοντας ξανά, κατά μία έννοια, στην παραβολή του εργάτη με τα άδεια καροτσάκια, και περιγράφοντας, με αυτό τον τρόπο, το αποκορύφωμα της αυτο-ικανοποίησης της κυρίαρχης εξουσίας. Για να κατανοήσουμε αυτή την ιδιότυπη αυτο-αναφορική λειτουργία, θα είχε, λοιπόν, νόημα να εστιάσουμε στις υλικότητες αυτής της άτυπης κατάστασης έκτακτης ανάγκης και στους τρόπους με τους οποίους αυτή επιτελείται, ξεκινώντας, όμως, πρώτα από το ιδεολογικό και εννοιολογικό πλαίσιο που τη θωρακίζει. Ήτοι, από τις μεταφυσικές, κατά Chalmers, αρχές του παραδείγματος και τη συγκεκριμένη θεωρία που το κατευθύνει.

Αυτό που σήμερα ξεσπάει σχεδόν με απόλυτη φυσικότητα κρύβει πίσω του μία εντατική επιχείρηση ιδεολογικής επανα-οριοθέτησης, κάποιες απαρχές της οποίας θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε στην περίοδο που ακολούθησε την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008. Μπροστά στο δέος που προκάλεσε η τελευταία και μέσα στον πανικό που είχε κυριεύσει την εγχώρια κυριαρχία, ως απόρροια τόσο της εξάπλωσης των ανταγωνιστικών κινηματικών διεργασιών όσο και της γέννησης ενός νέου κύκλου πολιτικής αντι-βίας, ήταν επιτακτική η ανάγκη μιας ιδεολογικής και εννοιολογικής, πρώτα απ' όλα αποκατάστασης της έννομης τάξης. Τη δύσκολη αυτή αποστολή ανέλαβε ο ειδικευμένος σε ζητήματα αντι-τρομοκρατίας Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, ο οποίος επιχείρησε να κερδίσει το χαμένο ιδεολογικό έδαφος, δείχνοντας, κατά μία έννοια, και τις ευθύνες των προκατόχων του αναφορικά με τη διαχείριση της δεκεμβριανής εξέγερσης. Κατέστη, τότε, σαφές πως έπρεπε, επειγόντως, να αποκατασταθούν οι εννοιολογικές, και κατ' επέκταση, οι κοινωνικές ισορροπίες που κλονίστηκαν με το ξέσπασμα του Δεκέμβρη, θέτοντας, έτσι, σε εφαρμογή ένα συντονισμένο ιδεολογικο-αστυνομικό σχέδιο με το γενικό τίτλο «Μηδενική ανοχή στην ανομία».[54] Και πιο συγκεκριμένα, μηδενική ανοχή απέναντι σε μορφές πολιτικής ανομίας που διασταυρώνονταν με πολιτικές διεκδικήσεις και κοινωνικές συγκρούσεις, τις οποίες θα μπορούσε κανείς να εντάξει στην παράδοση της ανομίας που ξεκινάει, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Foucault, ήδη από την καμπή του 18ου προς το 19ο αιώνα.[55] Μπαίνουμε, λοιπόν, σε μια φάση «αντι-εξέγερσης», η οποία μπορεί μεν να ερμηνευόταν, στην τότε ιστορική στιγμή, μάλλον μέσα από την ετυμολογική της αυστηρότητα, ως η περίοδος, δηλαδή, που ακολούθησε την εξέγερση, παρά ως συνειδητοποιημένος εκφραστής εκείνης της ειδικότερης στρατιωτικής παράδοσης που αποκαλείται αντι-εξέγερση (counterinsurgency). Εν τούτοις, χαρακτηρίζεται από μία μεθοδική πολιτική, η οποία, προσπαθώντας να διαχειριστεί «τον λανθάνοντα μέχρι τότε κοινωνικό ανταγωνισμό» που αποκαλύφθηκε με τον Δεκέμβρη,[56] συγκροτήθηκε γύρω από το βασικό στόχο της θεωρίας και της πρακτικής της αντι-εξέγερσης, που δεν είναι άλλος από το να «(ξανα)κερδίσει τις καρδιές και τα μυαλά» (“win hearts and minds”) του πληθυσμού,[57] ξεκινώντας έτσι να ξαναεπενδύει ιδεολογικά. Από τότε, έχουν λάβει χώρα κολοσσιαίοι μετασχηματισμοί στην ελληνική πραγματικότητα, υποδεικνύοντας, ομολογουμένως, μια υποδειγματική περίπτωση επιτάχυνσης του ιστορικού χρόνου. Και αν κάτι έχει τη σχετική του σημασία μέσα στο περιβάλλον που διαμορφώνουν αυτοί οι μετασχηματισμοί, αυτό είναι σίγουρα το γεγονός πως το τοπίο που οριοθετούν, σήμερα, οι λόγοι για την κρίση αρχίζει να εμφανίζει, σταδιακά, τρομακτικές ομοιότητες με τα μοντέλα εκείνα που τα επίσημα εγχειρίδια και η φιλολογία της αντι-εξέγερσης παράγουν, για λογαριασμό των επιχειρήσεων που λαμβάνουν χώρα σε κρίσιμα σημεία της καπιταλιστικής περιφέρειας. Αυτό, λοιπόν, που ο Χρυσοχοΐδης πριν μερικά χρόνια ονόμασε «Τέλος της Ανομίας», επιχειρώντας να αντιδράσει, τουλάχιστον, ενστικτωδώς στην πρωτοφανή παραγωγή πολιτικών διεκδικήσεων και πολιτικής αντι-βίας, φαίνεται σήμερα να ωρίμασε και να απολαμβάνει μία ολοκληρωμένη και ανεμπόδιστη ένταξη στην επίσημη ρητορική της αντι-εξέγερσης· της αντι-εξέγερσης ως εκείνης της ειδικής γκάμας στρατιωτικο-αστυνομικών επιχειρήσεων, που εδώ και τουλάχιστον πέντε δεκαετίες κατασκευάζουν μεθοδικά και υπομονετικά τη δική τους παράδοση.[58]   

Τι είναι, όμως, αυτό που επικυρώνει, κατά κάποιο τρόπο, την ένταξη των εγχώριων πολιτικών δημόσιας τάξης στην επίσημη στρατιωτική οικογένεια της αντι-εξέγερσης; Μία πιθανή  απάντηση φαίνεται να βρίσκεται στις σύγχρονες σχετικές αναλύσεις και τα εγχειρίδια που πραγματεύονται το ίδιο το αντικείμενο της αντι-εξέγερσης. Ακόμη και μία πρόχειρη ματιά, λοιπόν, θα ήταν σε θέση να διακρίνει την καθοριστική θέση που καταλαμβάνει στη σχετική συζήτηση η έννοια του nation building (οικοδόμηση έθνους), εκείνης δηλαδή της διαδικασίας μέσα από την οποία ένα «κράτος-παρίας» (το Ιράκ και το Αφγανιστάν συνιστούν, στα επίμαχα εγχειρίδια, ίσως τις χαρακτηριστικότερες σύγχρονες περιπτώσεις), που εμφανίζει σημάδια σοβαρής πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής «αποσταθεροποίησης», επιχειρεί με τη βοήθεια ή την επιβολή τρίτων να ανασυγκροτήσει τις ζωτικές του λειτουργίες. Η ανασυγκρότηση αυτή γίνεται αντικείμενο στρατιωτικής διαπραγμάτευσης, ακριβώς επειδή μόνο μια στρατιωτική επέμβαση, και επομένως μόνο η συστηματική παρουσία δυνάμεων ασφαλείας στις περιοχές αυτές, θα μπορούσε να εγγυηθεί και να επιτρέψει σε αυτές τις λειτουργίες να ανασυγκροτηθούν αποτελεσματικά. Και αποφεύγοντας, για λόγους οικονομίας, να εισέλθουμε σε λεπτομέρειες αναφορικά τόσο με τους τρόπους εμπλοκής τρίτων χωρών όσο και με τους λόγους για τους οποίους ένα κράτος θεωρείται πως χαρακτηρίζεται από σημάδια αποσταθεροποίησης, αξίζει να συγκρατήσουμε τους ισχυρούς δεσμούς που φαίνεται να συνέχουν τις στρατιωτικές εφαρμογές με την οικονομική ανάπτυξη στα κρίσιμα πεδία που οι επιχειρήσεις αυτές βρίσκονται σε εξέλιξη.«Οι επιχειρήσεις αντι-εξέγερσης...», γράφει το διάσημο αμερικανικό εγχειρίδιο πεδίου για την αντι-εξέγερση, «συνδυάζουν επιθετικές και αμυντικές επιχειρήσεις καθώς και επιχειρήσεις σταθεροποίησης, για την επίτευξη εκείνου του σταθερού και ασφαλούς περιβάλλοντος, που είναι απαραίτητο για μια αποτελεσματική διακυβέρνηση, ουσιαστικές υπηρεσίες και οικονομική ανάπτυξη».[59] Οι επιχειρήσεις αυτές είναι απαραίτητες, λοιπόν, για τη διαμόρφωση ενός ασφαλούς περιβάλλοντος αναγκαίου για την οικονομική ανάπτυξη μιας χώρας. Και αποτελούν την προϋπόθεση για να διαμορφωθεί σταδιακά «...ένα περιβάλλον που θα προσελκύει ξένο κεφάλαιο για περαιτέρω ανάπτυξη».[60] Το εγχειρίδιο, μάλιστα, τονίζει πως «Σε ένα ασταθές περιβάλλον, ο στρατός ενδέχεται να διατηρεί, αρχικά, έναν ηγετικό ρόλο».[61] Και ειδικά ως προς την οικονομική ανάπτυξη προτείνει: «Δημιουργήστε ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο οι επιχειρήσεις να μπορούν να ευημερήσουν. Σε κάθε κράτος (εκτός, ίσως, ενός εξ' ολοκλήρου σοσιαλιστικού παραδείγματος) οι επιχειρηματικές δραστηριότητες κινούν την οικονομία. Για την ενδυνάμωση της οικονομίας βρείτε τρόπους να ενθαρρύνετε και να υποστηρίξετε νόμιμες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Ακόμα και η παροχή ασφάλειας αποτελεί μέρος ενός θετικού επιχειρηματικού περιβάλλοντος».[62]        

Αρχίζουν, λοιπόν, σιγά-σιγά να σκιαγραφούνται κάποιες δομικές ομοιότητες με την ελληνική πραγματικότητα που διαμορφώνουν, σήμερα, αφενός οι λόγοι για την κρίση αφετέρου η όξυνση των πολιτικών καταστολής. Και δεν απαιτεί μεγάλη προσπάθεια για να δει κανείς πως η ρητορική και η πολιτική της δημοσιονομικής προσαρμογής της Ελλάδας, που κινούνται παράλληλα με την ολομέτωπη επίθεση κατά των πολιτικών διεκδικήσεων και αγώνων, παραπέμπουν σε μια διαδικασία ενός ιδιότυπου nation building (ή, για την ακρίβεια, ενός nation rebuilding),[63] στην οποία πρωταγωνιστική θέση φαίνεται να κατέχει, με συνέπεια, ο κλάδος της ασφάλειας.[64] Ο επανασχεδιασμός του δόγματος δημόσιας τάξης, που τόσο διαφημίζεται σήμερα, δεν είναι ανεξάρτητος από την απαίτηση για δημιουργία ενός ασφαλούς οικονομικού περιβάλλοντος, έτσι όπως αυτό γλαφυρά διατυπώθηκε μέσα από το αμερικανικό αντι-εξεγερτικό εγχειρίδιο. Και υλοποιείται σε πλήρη αντιστοιχία με τις απαιτήσεις και τις ιδιαιτερότητες αυτού που ο σημαντικότερος ίσως σύγχρονος θεωρητικός της αντι-εξέγερσης David J. Kilcullen αποκαλεί εσωτερική αντι-εξέγερση (domestic counterinsurgency).[65] Στην κατεύθυνση αυτή, ο σημερινός υπουργός δημόσιας τάξης Νίκος Δένδιας φαίνεται να παραλαμβάνει την ιδεολογική κατασκευή του προκατόχου του, περί τέλους της ανομίας, και να την επικαιροποιεί, συντονίζοντάς την με τα αιτήματα που διατυπώνει η ατζέντα της δημοσιονομικής προσαρμογής.[66] Για τις ανάγκες αυτού του συντονισμού, ο υπουργός επιλέγει να επιστρατεύσει όλο και συχνότερα το πιο στρατιωτικοποιημένο κομμάτι της ελληνικής αστυνομίας, επιβεβαιώνοντας πως τα όρια ανάμεσα στις αστυνομικές και τις στρατιωτικές δυνάμεις έχουν, ήδη, αρχίσει να είναι διαπραγματεύσιμα, έτσι όπως ακριβώς επιτάσσει το καθεστώς έκτακτης ανάγκης.[67] Η στρατιωτικοποίηση αυτή, ως ο πιο αξιόπιστος δείκτης για την ύπαρξη αποτελεσματικών εγχώριων δυνάμεων ασφαλείας, έρχεται να καθιερωθεί ως βασικό προαπαιτούμενο ενός ασφαλούς επενδυτικού περιβάλλοντος. Η πρόσφατη υπόθεση του σαμποτάζ των εγκαταστάσεων των μεταλλείων χρυσού στις Σκουριές της Χαλκιδικής, προσφέρει μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση. Τόσο η καταστολή που ακολούθησε τις δολιοφθορές στις υποδομές των μεταλλείων όσο και ο λόγος (discourse) που επισκίασε τη δημόσια συζήτηση, εμφανίζουν τρομακτικές ομοιότητες με τις παρατηρήσεις των θεωρητικών της αντι-εξέγερσης. «“Καταδρομικό” τρομοκρατικό χτύπημα στις επενδύσεις», έγραφε η εφημερίδα Τα Νέα στις 18 Φεβρουαρίου,[68] ενώ στο άρθρο της εφημερίδας Καθημερινή με τον τίτλο «Σχοινοβατούν πλέον οι ξένες επενδύσεις στα μεταλλεία χρυσού», οι επίμαχες συνδέσεις διατυπώνονται απροκάλυπτα: «Η διοίκηση της εταιρείας...», αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο, «...αμφισβήτησε ευθέως, την περασμένη εβδομάδα, τη δυνατότητα της ελληνικής πολιτείας να διαχειριστεί μεγάλες επενδύσεις και έστειλε σαφές μήνυμα στην κυβέρνηση ότι “εάν δεν δημιουργηθεί ένα καθαρό και μεθοδικό επενδυτικό τοπίο” θα αποχωρήσει από την Ελλάδα».[69] Δε χωράει αμφιβολία, λοιπόν, πως η καθαρότητα και η μεθοδικότητα του επενδυτικού αυτού τοπίου θα μπορούσε να εξασφαλιστεί μονάχα μέσα από την όξυνση των κατασταλτικών τεχνολογιών, κάτι που ο Δένδιας δε δίστασε να δοκιμάσει άμεσα, εφαρμόζοντας, σχετικά με αυτή την υπόθεση, πολιτικές δημόσιας τάξης με πρωτοφανή επιθετικά και εκλεπτυσμένα χαρακτηριστικά. Ένα μήνα πριν, και με αφορμή τις αντιδράσεις που ακολούθησαν τις επιχειρήσεις εκκενώσεων των καταλήψεων στέγης, είχε άλλωστε δηλώσει: «αν δεν υπάρξει δημόσια ασφάλεια, δεν πρόκειται να υπάρξει οικονομική ανάκαμψη. Ποιος θα έρθει να επενδύσει ένα έστω ευρώ στη χώρα».[70]

Κατανοούμε, λοιπόν, πως το περιβάλλον έκτακτης ανάγκης, που φιλοξενεί σήμερα την παραγωγή των φαινομένων του δημόσιου χώρου, κατασκευάζεται πρώτα απ' όλα ιδεολογικά, επιβάλλοντας, όπως θα έλεγε ο Chalmers, μία πολύ συγκεκριμένη αντίληψη για το πώς λειτουργεί ο (κοινωνικός) κόσμος στο σύνολό του, και επομένως μία πολύ συγκεκριμένη μεταφυσική του νοήματος, στη βάση της οποίας σχεδιάζεται η στρατιωτική διαχείριση της κρίσης ή, για την ακρίβεια, η κρίση-ως-στρατιωτική-της-διαχείριση. Με αυτή την έννοια, εξασφαλίζονται οι κρίσιμες «μεταφυσικές αρχές που διέπουν την επιστημονική εργασία» στα πλαίσια του νέου δικαιικο-κατασταλτικού παραδείγματος, ανοίγοντας, έτσι, το δρόμο για τη συγκρότηση του ίδιου του παραδείγματος ως τέτοιου. Τόσο οι πυρετώδεις, επαναλαμβανόμενες, διεργασίες στο επίπεδο της ιδεολογικής παραγωγής, όσο και η κατασκευαστική διάσταση της έννοιας nation building, επισημαίνουν την επιτελεστική ιδιότητα της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, η οποία, για να θυμίσουμε την ανάγνωση της Αθανασίου, «“αναζωογονεί” το φά(ντα)σμα της “αναχρονιστικής” κυριαρχίας, δημιουργώντας μια σύγχρονη μορφή κυρίαρχης εξουσίας μέσα στο πεδίο της κυβερνολογικής». Μέσα σε ακριβώς αυτό το πλαίσιο, η νέα αυτή μορφή κυρίαρχης εξουσίας πρέπει είτε να διαχειριστεί με τη δέουσα αυστηρότητα τα πεδία κοινωνικής σύγκρουσης που γεννούν και οι πολιτικές σκληρής λιτότητας, μετατρέποντάς τα σε πεδία σφοδρών αστυνομικο-στρατιωτικών επιχειρήσεων, είτε, αν αυτά δεν υπάρχουν, να τα εφεύρει. Η επίθεση στις καταλήψεις στέγης, περίπου ένα μήνα πριν από την υπόθεση του σαμποτάζ στα μεταλλεία της Χαλκιδικής, μπορεί να τοποθετηθεί κάπου ανάμεσα σε αυτές τις δύο δυνατότητες· τόσο ως επιχειρήσεις απέναντι σε ένα προ πολλού ανοιχτό πολιτικο-ιδεολογικό μέτωπο με απόλυτα, όμως υλικές εκφράσεις, όσο και ως επιχειρήσεις η κομβικότητα των οποίων, τη δεδομένη χρονική στιγμή που αυτές έλαβαν χώρα, κατασκευάστηκε, για άλλους λόγους, ιδεολογικά.

Αυτοί οι άλλοι λόγοι εντοπίζονται και σε κάποιους ανοιχτούς λογαριασμούς του κράτους (και ειδικά της δεξιάς έκφανσής του) με τον εαυτό του, και ιδιαίτερα στο γεγονός ότι έχει φτάσει, πια, η στιγμή να αποδείξει πως είναι ο πραγματικά «υπεύθυνος εγγυητής με την αρμοδιότητα της τελικής απόφασης»,[71] κάτι που προϋποθέτει, σαφώς, ένα ριζικό επαναπροσδιορισμό της σχέσης του με την κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Στην κατεύθυνση αυτή, είτε θα αξιοποιήσει δεόντως τις εκάστοτε ευκαιρίες που του προσφέρονται είτε θα προσπαθήσει να δημιουργήσει τις συνθήκες εκείνες που θα του επιτρέψουν να εξασκηθεί πρακτικά και επικοινωνιακά σε αυτόν τον επαναπροσδιορισμό. Θα επιχειρήσει, δηλαδή, να κατασκευάσει κάποια κρίσιμα πεδία πειραματισμού. Έναν τέτοιο προνομιακό τόπο δοκιμής του νέου δόγματος δημόσιας τάξης συνιστούν, αναμφισβήτητα, οι μεταναστευτικοί πληθυσμοί, ως κοινωνικές κατηγορίες εξαναγκασμένες, από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής τους στην αφιλόξενη ελληνική επικράτεια, να κατοικούν σε εξω-δικαιικές σφαίρες, και άρα ως κατεξοχήν «repression friendly» πληθυσμοί.[72] Πλάι στους μεταναστευτικούς πληθυσμούς, οι καταλήψεις στέγης κρίθηκε πως θα μπορούσαν, στην παρούσα ιστορική στιγμή, να αποτελέσουν ένα επιπλέον πεδίο δοκιμών. Η ιδιαίτερη πολιτική-ανταγωνιστική-αντικρατική παράδοση της οποίας είναι μέρος, και η ίδια τους η φύση, ως εγχειρημάτων που έχουν εμπρόθετα, προ πολλού, απολέσει τις σχέσεις τους καταρχάς με το Αστικό Δίκαιο, συμπυκνώνουν, κατά μία έννοια, στοιχεία αυτού που ο Günther Jakobs, αντλώντας από τον Kant, περιγράφει ως statu iniusto (ανομία της κατάστασής τους), μέσα στη θεωρία του για το Ποινικό Δίκαιο του Εχθρού,[73] «νομιμοποιώντας», έτσι, ιδεολογικά, τις όποιες επιχειρήσεις εναντίον τους, και δημιουργώντας ένα ασφαλές, για το κράτος, πεδίο πειραματισμού. Πάνω στην αξιοποίηση αυτής της ιδιαιτερότητας σχεδιάστηκαν οι επιχειρήσεις εκκενώσεων των καταλήψεων στέγης. Και απώτερος στόχος δεν ήταν μόνο η επίδειξη κρατικής ισχύος, αλλά και η δοκιμή εκείνων των τρόπων και των μορφών μέσω των οποίων η επίδειξη αυτή θα μπορούσε, σε πρακτικό επίπεδο, να ολοκληρωθεί επιτυχημένα.  

Οι δοκιμές αυτές έλαβαν χώρα, όπως προαναφέρθηκε, μέσα στην καρδιά του «πολέμου κατά της ανομίας», που είχε προ πολλού κηρυχθεί. Ο πόλεμος αυτός, όμως, είχε ανάγκη έναν επανασχεδιασμό του δόγματος δημόσιας τάξης και ένα φρέσκο εννοιολογικό πλαίσιο.[74] Αυτό απαιτεί σήμερα, κατά μία έννοια, μία ολική μεταμόρφωση των δομών της ελληνικής αστυνομίας, που δεν αφορά μόνο τα μάχιμα σώματα, αλλά και όλες αυτές και αυτούς που, όπως θα έλεγε ο Παναγιώτης Κονδύλης, «δεν ασχολούνται με την ίδια την άσκηση της βίας, αλλά με την επιτυχή προετοιμασία της άσκησης αυτής».[75] Για τις ανάγκες αυτού του επανασχεδιασμού ο Δένδιας κατέφυγε στην εισαγωγή τεχνογνωσίας από τις ΗΠΑ, κάτι που επικυρώθηκε με το πρόσφατο ταξίδι του στη Νέα Υόρκη. Η τεχνογνωσία αυτή σαφώς και δεν περιορίζεται μόνο σε πρακτικές συμβουλές και σε ζητήματα τακτικής της αστυνόμευσης των πόλεων, αλλά συμπεριλαμβάνει εννοιολογικά και επιχειρησιακά δάνεια, που αφορούν τόσο την ίδια την αντίληψη των πόλεων όσο και την αντίληψη των επιχειρήσεων μέσα σε αυτές. Αυτή η στροφή του βλέμματος, όμως, προς την πρότυπη βιομηχανία ασφάλειας των ΗΠΑ φαίνεται να μην είναι ένα ακόμη ναρκισσιστικό όραμα κάποιου υπουργού, αλλά οργανώθηκε μεθοδικά σε ένα βάθος χρόνου, που αποδεικνύει πως όντως ένα νέο παράδειγμα, με την επιστημολογική έννοια, φαίνεται να τίθεται σε λειτουργία. Αρκετούς μήνες πριν την επίμαχη επίσκεψη στη Νέα Υόρκη, ένα άρθρο στην εφημερίδα Το Βήμα έκανε λόγο για επαφές του Δένδια με τον τέως δήμαρχο της πόλης Rudolph Giuliani και τον πρώην ανώτατο αξιωματικό της Αστυνομίας της Νέας Υόρκης William Bratton.[76]

Οι επαφές του Δένδια με την αμερικανική βιομηχανία της ασφάλειας δεν ήταν, λοιπόν, γενικές και αφηρημένες. Αντιθέτως, αυτό που ήθελε εξαρχής να εισαγάγει ο υπουργός ήταν μία άνευ προηγουμένου τεχνολογία επιτήρησης του αστικού χώρου, όμοια με αυτή που αναπτύχθηκε στη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του '90, και που έμεινε στην ιστορία γνωστή ως δόγμα της μηδενικής ανοχής (Zero Tolerance).[77] Για την ακρίβεια, τα δύο συγκεκριμένα επιφανή πρόσωπα με τα οποία επικοινωνούσε ο Δένδιας, ήδη από το καλοκαίρι του 2012, είναι αυτοί που φρόντισαν να εφαρμόσουν στην πράξη την περιβόητη Broken Windows Theory (Θεωρία του Σπασμένου Παραθύρου), μια ειδική θεωρία του κλάδου της εγκληματολογίας, που προώθησε τον εκτεταμένο αστυνομικό έλεγχο του αστικού περιβάλλοντος, και την εξάπλωση των κατασταλτικών επιχειρήσεων σε όσο το δυνατόν ευρύτερα πεδία της αστικής καθημερινότητας, στη βάση μιας αμφιλεγόμενης υπόθεσης αναφορικά με την κλιμάκωση της βίας και των «αντι-κοινωνικών» συμπεριφορών.[78] Η θεωρία αυτή σήμαινε πρακτικά, καταρχάς, ένα νέο τρόπο καταγραφής, καταχώρησης και χαρτογράφησης των ποινικών πράξεων, που απαίτησε, με τη σειρά του, την εφαρμογή ενός νέου αυτοματοποιημένου real-time συστήματος διαχείρισης πληροφοριών. Σε μία συνέντευξή του, μάλιστα, πέντε μήνες μετά τη δημοσίευση του επίμαχου άρθρου, και επιχειρώντας να τοποθετηθεί απέναντι στις επιχειρήσεις εκκενώσεων των καταλήψεων στέγης, ο Δένδιας αναφέρθηκε ξεκάθαρα στην Broken Windows Theory. Έλεγε, τότε, χαρακτηριστικά: «Αυτό που βλέπαμε να διαδραματίζεται στην πατρίδα μας ήταν το φαινόμενο του “σπασμένου παραθύρου”. [...] Βούλησή μας είναι όχι μόνο να επιδιορθώσουμε τη “ζημιά”, αλλά και να μην επιτρέψουμε να ξανασυμβεί, να ορθώσουμε ένα κοινωνικό τείχος απέναντι στην ανομία. Να βάλουμε τέλος στα πολλά “σπασμένα παράθυρα” της συλλογικής μας παρουσίας στον δημόσιο χώρο».[79] Πρόθεση του Δένδια, όμως, μέσα από αυτή την επικοινωνία δεν ήταν μόνο η μύηση στα εργαλεία και τις τεχνικές που θα του έδιναν τη δυνατότητα να συντάξει το νέο «χάρτη της εγκληματικότητας» του κέντρου της Αθήνας. Επιπλέον, όπως μας ενημερώνει το σχετικό άρθρο, έναν από τους βασικούς στόχους του συνιστούσε η εισαγωγή τεχνογνωσίας όσον αφορά την αντιμετώπιση της «άγριας εγκληματικότητας».[80] Και συγκεκριμένα, μία συμβουλευτική ως προς τη συγκρότηση νέων ειδικών αστυνομικών μονάδων, με ειδικό εξοπλισμό και βαρύ οπλισμό. Το άρθρο παραπέμπει στις περιβόητες μονάδες SWAT (Special Weapons And Tactics), οι οποίες στην περίπτωση της Νέας Υόρκης εντάσσονται στο ειδικό σώμα Emergency Service Unit (ESU). Πρόκειται για τις πιο στρατιωτικοποιημένες μονάδες της αμερικανικής αστυνομίας, ειδικευμένες σε επιχειρήσεις αντι-τρομοκρατίας. Αυτό που, δηλαδή, για την ώρα, στην οικογένεια της ελληνικής αστυνομίας αντιστοιχεί στην Ειδική Κατασταλτική Αντιτρομοκρατική Μονάδα (ΕΚΑΜ).

Περίπου δύο βδομάδες μετά τη δημοσίευση του συγκεκριμένου άρθρου, η εκκένωση της κατάληψης στέγης “Δέλτα” στη Θεσσαλονίκη, καταδείκνυε πως το σχέδιο ανασυγκρότησης της ελληνικής αστυνομίας έμπαινε ταχύτατα σε εφαρμογή.[81] Πάνοπλοι άντρες της ΕΚΑΜ εισέβαλαν στο κτίριο τις πρώτες πρωινές ώρες της 12ης Σεπτεμβρίου του 2012, σε μία στρατιωτική επιχείρηση για την οποία η ελληνική αστυνομία φρόντισε, για πρώτη φορά, να αναλάβει και την επικοινωνιακή της διαχείριση, αναρτώντας σχετικά βιντεοσκοπημένα πλάνα στον επίσημό της ιστότοπο.[82] Ήταν προφανές πως η εν λόγω εκκένωση δεν αποτελούσε, απλώς, μία ακόμη επιχείρηση της ελληνικής αστυνομίας, αλλά ήταν το σημείο μηδέν ενός κύκλου δοκιμών στη βάση του νέου παραδείγματος που η αστυνομική επιστήμη απεργαζόταν από καιρό. Στις 9 Ιανουαρίου 2013, παρόμοιες επιχειρήσεις επαναλήφθηκαν στις καταλήψεις «Villa Amalias» (έπειτα από ανακατάληψη του κτιρίου που είχε εκκενωθεί στις 12 Δεκεμβρίου 2012)[83] και «Πατησίων 61 & Σκαραμαγκά»[84], ενώ 6 ημέρες αργότερα, παρόμοια επιχείρηση έλαβε χώρα στην κατάληψη «Λέλας Καραγιάννη»,[85] η οποία θεωρήθηκε, τελικά, επιχείρηση «έρευνας» και όχι εκκένωσης, και για την οποία η Ελληνική Αστυνομία δεν εξέδωσε καν σχετικό δελτίο τύπου. Μονάδες της ΕΚΑΜ χρησιμοποιήθηκαν, επίσης, για την εκκένωση της κατάληψης των κεντρικών γραφείων της Δημοκρατικής Αριστεράς, στις 9 Ιανουαρίου 2013, που είχε πραγματοποιηθεί σε ένδειξη αλληλεγγύης στην ανακατάληψη της Villa Amalias. Στην εκκένωση του αμαξοστασίου του Μετρό στα Σεπόλια, που τελούσε υπό κατάληψη από απεργούς εργαζόμενους, στις 25 Ιανουαρίου 2013. Και τέλος, στην επιχείρηση εισβολής στην Ιερισσό της Χαλκιδικής, στις 7 Μαρτίου 2013, για τη σύλληψη υπόπτων σχετικά με το σαμποτάζ στα μεταλλεία χρυσού της περιοχής. Μετά την πιλοτική, λοιπόν, επιχείρηση του Σεπτεμβρίου, κατασκευάζεται ταχύτατα ένα πεδίο πειραματισμού που μορφοποιεί, θα λέγαμε, και επομένως κάνει πιο απτό και κατανοήσιμο το επιστημονικό αντικείμενο, που είχε συγκροτηθεί ιδεολογικά μέσα από το λόγο για την ανομία. Στο σημείο αυτό, θα επαναλάβουμε, λοιπόν, πως πέρα από το μήνυμα αυταρχικότητας που αυτές οι επιχειρήσεις ήθελαν να στείλουν, κυοφορείται μία τρομακτική σημασία στο ίδιο το μέσο-ως-σκοπό, που κατά την επαναλαμβανόμενη χρήση του αυτο-διορθώνεται και αυτο-εξελίσσεται. Μέσα στο ιδεολογικό περιβάλλον, έτσι όπως αυτό περιγράφηκε παραπάνω, η στρατιωτικοποίηση του δημόσιου χώρου, ως δείκτης εκσυγχρονισμού του κρατικού μηχανισμού, συνιστά ένα προϊόν του οποίου η ζήτηση κατασκευάζεται μεθοδικά. Και πάνω σε αυτή την κατασκευασμένη ζήτηση οφείλει το προϊόν αυτό να βελτιώνει τα χαρακτηριστικά του, δημιουργώντας ένα επιχειρησιακό παράδειγμα που συνεχώς αυτο-τροφοδοτείται.

Για να μελετήσει, εν τούτοις, κανείς τις πρακτικότητες και τις υλικότητες αυτού του παραδείγματος, θα όφειλε να εξετάσει και το εννοιολογικό του πλαίσιο. Ο Chalmers γράφει πως «Κάθε παράδειγμα συνιστά ένα συγκεκριμένο εννοιολογικό πλαίσιο μέσω του οποίου θεωρείται και περιγράφεται ο κόσμος, και ένα συγκεκριμένο σύνολο πειραματικών και θεωρητικών τεχνικών για την προσαρμογή του παραδείγματος με τη φύση».[86] Πλάι, λοιπόν, στις ιδεολογικές κατασκευές που εξασφαλίζουν τη νομιμοποίηση του εν λόγω παραδείγματος, αναπτύσσεται μία σειρά εννοιών που συμπληρώνουν, κατά μία έννοια, τα θεωρητικά προαπαιτούμενα αυτής της αστυνομικής πειθαρχικής μήτρας (με τον όρο «πειθαρχική», εδώ, να αποκτά το διπλό του νόημα). Η επιμονή του άρθρου αυτού στο εννοιολογικό πλαίσιο δεν προκύπτει από κάποια ανεξήγητη εμμονή ούτε από κάποιες υπερεκτιμημένες επιστημολογικές προβολές στον τομέα των στρατιωτικο-αστυνομικών επιχειρήσεων. Αντιθέτως, ακολουθεί τη διευρυμένη συζήτηση που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, σήμερα, στους κόλπους των πιο προηγμένων στρατιωτικών επιτελείων. Είναι γνωστές, πλέον, οι παρατηρήσεις του αρχιτέκτονα Eyal Weizman σχετικά με την ενσωμάτωση στοιχειών της κριτικής θεωρίας και του μεταδομισμού στο ρεπερτόριο των Ισραηλινών ένοπλων δυνάμεων. Πέραν της ρητής και δικαιολογημένης αμφιβολίας που εκφράζεται για το κατά πόσο η εισαγωγή αυτής της θεωρίας στις πολεμικές πρακτικές αυτό που επιδιώκει δεν είναι παρά η απόκρυψη των αιματηρών αποτελεσμάτων των πρακτικών αυτών, διατηρεί το ενδιαφέρον του το γεγονός πως τα ανοίκεια και αφηρημένα αυτά εννοιολογικά σχήματα έχουν, σε ένα βαθμό, επιδράσει πάνω στο σχεδιασμό συγκεκριμένων επιχειρήσεων. H νεοεμφανιζόμενη επιχειρησιακή θεωρία (operational theory), που διδάσκεται επισήμως από το Operational Theory Research Institute, εργάζεται ακριβώς στην κατεύθυνση εφαρμογής θεωρητικών και εννοιολογικών καινοτομιών στον επιχειρησιακό σχεδιασμό. Στη στρατιωτική διάλεκτο εντοπίζεται “κάπου ανάμεσα στη στρατηγική και την τακτική”[87] και κατά μία έννοια θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως συνιστά ένα πεδίο δοκιμής εννοιών, με απώτερο σκοπό την εφαρμογή τους στον κυρίως επιχειρησιακό σχεδιασμό. Στην ίδια κατεύθυνση αναπτύσσονται και οι προτάσεις του Αμερικανού ταγματάρχη Ben Zweibelson. Μπορεί ο ίδιος να μην κάνει λόγο για Επιχειρησιακή αλλά για Σχεδιαστική Θεωρία (Design Theory), εν τούτοις οι Σχεδιαστικές Έννοιες (Design Concepts) που προτείνει εστιάζουν ακριβώς στο εννοιολογικό πλαίσιο των επιχειρήσεων και συγκεκριμένα σε αυτό που ονομάζει Εννοιολογικό Σχεδιασμό (Conceptual Planning).[88]  

Εν προκειμένω, για το παράδειγμα που μας ενδιαφέρει, σίγουρα, δε θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως ο Δένδιας αξιοποιεί τη γλώσσα του μεταδομισμού (όχι ακόμα τουλάχιστον). Αυτό που απλώς επιχειρείται εδώ είναι η έμφαση σε κάποιες έννοιες που χρησιμοποιεί, οι οποίες είναι χαρακτηριστικές του νέου δόγματος δημόσιας τάξης και οι οποίες βρίσκουν αβίαστα τα αντίστοιχά τους στη στρατιωτική συζήτηση. Σε μία συνέντευξή του, λοιπόν, στην εφημερίδα Καθημερινή στις 20 Ιανουαρίου 2013, και αναφορικά με κάποιες λανθασμένες, από το παρελθόν, επιλογές στην τακτική της αστυνομίας, ο Δένδιας υποστήριζε: «Στην Ελλάδα το μοντέλο που έχει ακολουθηθεί είναι η φύλαξη στόχων, με ό,τι αυτό σημαίνει, και όχι η δημιουργία ενιαίου χώρου ασφάλειας».[89] Ο υπουργός καθιστά σαφές, λοιπόν, πως το νέο του πλάνο για την επιτήρηση του αστικού χώρου σχετίζεται με τη δημιουργία ενός χωρικού continuum το οποίο θα ισοδυναμεί με την εφαρμογή ενός continuum επιβολής του νόμου. Αν θέλαμε να συγκειμενοποιήσουμε τη συγκεκριμένη δήλωση, θα οφείλαμε να εστιάσουμε στις νοηματικές συγγένειες που εμφανίζει με αυτό που στη στρατιωτική γλώσσα θα ισοδυναμούσε με ένα πεδίο μάχης (battlespace) χωρίς νεκρούς χώρους (dead spaces).[90] Χωρίς, δηλαδή, σημεία μέσα στο χώρο στα οποία να είναι αδύνατη η πρόσβαση με οπλικά μέσα και μέσα κατόπτευσης· με τους δύο, δηλαδή, ακρογωνιαίους λίθους της εφαρμογής του νόμου. Ο Δένδιας περιγράφει, λοιπόν, ένα χώρο με όσο το δυνατό λιγότερους νεκρούς χώρους. Σε μία άλλη συνέντευξη γίνεται πιο διευκρινιστικός: «Το κέντρο της Αθήνας είναι η βιτρίνα μας και είναι η αιχμή της προσπάθειας της ελληνικής αστυνομίας [...] με έναν σχεδιασμό αλλεπάλληλων περιπολιών διαφορετικών υπηρεσιών, που αλληλοτέμνονται σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα ώστε να μην αφήνουν έδαφος στην εγκληματικότητα».[91] Αυτό που ο Δένδιας περιγράφει ως «κέντρο της Αθήνας» δεν είναι παρά το κρισιμότερο εργαστήριο δοκιμών για τον πειραματικό έλεγχο των βασικών αρχών του νέου παραδείγματος δημόσιας τάξης. Η προσπάθειά του να δημιουργήσει έναν ενιαίο χώρο ασφάλειας κάνει, σήμερα, ιδιαίτερα εμφανή τα επιθετικά της αποτελέσματα στις διάφορες εκδοχές του αθηναϊκού δημόσιου χώρου. Και η λογική που τη διέπει ως προς το πώς εξασφαλίζεται κατασκευαστικά η συνέχεια και η ενότητα αυτού του επίμαχου ασφαλούς εδάφους, φαίνεται να δανείζεται, εκ νέου, βασικά στοιχεία των εγχειριδίων αντι-εξέγερσης. Το τρέχον αμερικανικό Εγχειρίδιο Αντι-εξέγερσης προτείνει σχετικά: «Οι αντι-εξεγερτικές προσπάθειες θα πρέπει να ξεκινούν, ελέγχοντας περιοχές-κλειδιά. Η ασφάλεια και η επιρροή θα εξαπλωθούν, στη συνέχεια, μέσα από τις ασφαλείς περιοχές. Το πρότυπο αυτής της προσέγγισης βασίζεται στο να καθαρίζεις, να κρατάς και να οικοδομείς ένα χωριό, μία έκταση ή μία πόλη – και μετά να θωρακίζεις την επιτυχία, προχωρώντας σε άλλες περιοχές».[92] Στην προαναφερθείσα συνέντευξη στο Αθηναϊκό και Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Δένδιας δήλωνε αντίστοιχα: «Προσπαθούμε λοιπόν να κατακτήσουμε το απόλυτο στο κέντρο της Αθήνας και από εκεί και πέρα με την εμπειρία...» και «...την τεχνογνωσία που θα αποκτήσει η ελληνική αστυνομία να μπορέσει να επεκτείνει το παράδειγμα στις υπόλοιπες περιοχές, στα κέντρα των πόλεων».[93]

Επεμβαίνοντας και επιχειρώντας καθημερινά, η ελληνική αστυνομική επιστήμη συγκροτεί, λοιπόν, επιτελεστικά αφενός ένα βασικό ρεπερτόριο δράσης αφετέρου τις προϋποθέσεις τής ίδιας της της αυτο-αντίληψης ως επιστημολογικού παραδείγματος. Η έννοια του «ενιαίου χώρου ασφάλειας» συνιστά τον κορμό του εννοιολογικού πλαισίου που το παράδειγμα αυτό απαιτεί. Πλάι σ' αυτήν, κάποιες άλλες έννοιες ενισχύουν το επίμαχο πλαίσιο. Οι όροι «άβατο» (χρησιμοποιείται παραδοσιακά για την περιγραφή της περιοχής των Εξαρχείων), «εστία ανομίας» (χρησιμοποιήθηκε ευρέως κατά την επικοινωνιακή διαχείριση των εκκενώσεων των καταλήψεων στέγης), και «γαλατικό χωριό» (έτσι αποκάλεσε ο Δένδιας τους κατοίκους της Ιερισσού της Χαλκιδικής, αναφορικά με τις αντιστάσεις που έχουν αναπτυχθεί σχετικά με την επένδυση των μεταλλείων χρυσού στην περιοχή), περιγράφουν με διαφορετικούς τρόπους το αίτημα για έναν ενιαίο χώρο ασφάλειας. Οι αντιστοιχίες τους στα στρατιωτικά κείμενα είναι, και πάλι, οφθαλμοφανείς. Και το γεγονός πως ο Δένδιας στρέφει το βλέμμα του στην πρότυπη βιομηχανία ασφάλειας των ΗΠΑ, μας επιτρέπει να υποθέσουμε πως οι τεχνοκράτες του[94] αξιοποιούν, δεόντως, την πλούσια αμερικανική παραγωγή θεωρίας για την αστυνόμευση των σύγχρονων πόλεων. Αν έριχνε, λοιπόν, κανείς μια ματιά στο τρέχον αμερικανικό Εγχειρίδιο Πεδίου για Αστικές Επιχειρήσεις, θα διαπίστωνε χωρίς μεγάλη προσπάθεια πως τα άβατα, οι εστίες ανομίας και τα γαλατικά χωριά συνιστούν χαρακτηριστικές περιπτώσεις αυτού που αποκαλείται θύλακες αντίστασης (pockets of resistance)[95], η παρουσία των οποίων κρίνεται απολύτως ασύμβατη με την επιδίωξη ενός ενιαίου χώρου ασφάλειας. O Stephen Graham, αναφορικά με την αστική εκδοχή αυτών των θυλάκων, γράφει πως «Οι τεχνικές του αστικού μιλιταρισμού (urban militarism) και η αστυκτονική (urbicidal) βία στοχεύουν στο να δαμάσουν ή να εκτοπίσουν τη διαφωνία και την αντίσταση».[96] Είναι ενδεικτικό, μάλιστα, πως στην αυστηρή στρατιωτική γλώσσα που συνδέει τις πόλεις με τις πολεμικές επιχειρήσεις, περίοπτη θέση, με αντίστοιχα φορτισμένο νόημα, καταλαμβάνει ο όρος αστικοί θύλακες (urban enclaves), ο οποίος συχνά χρησιμοποιείται συνειρμικά για να περιγράψει διάφορους θύλακες εξέγερσης (enclaves of insurgency).[97]

Αφού έχουν εξασφαλισθεί, λοιπόν, τα ιδεολογικά προαπαιτούμενα του νέου παραδείγματος και αφού έχει αναπτυχθεί ένα στοιχειώδες εννοιολογικό πλαίσιο για την καθοδήγηση των δοκιμών, οφείλουν όλα αυτά να ελεγχθούν και να δοκιμασθούν πειραματικά. Και εδώ περνάμε αναγκαστικά στο πεδίο των ασκήσεων, εκεί που δε δοκιμάζεται απλώς ο επίμαχος επαναπροσδιορισμός της σχέσης του κράτους με την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αλλά εκεί που, πρώτα και κύρια, κατασκευάζεται η ίδια του η κατανοησιμότητα. Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης δε συνιστά μόνο μία εξέχουσα πολιτικο-δικαιική μορφή, αλλά συγκροτείται, παράλληλα, ως ένα πλέγμα από υλικότητες, χωρικότητες και χρονικότητες. Το πεδίο δυνατοτήτων που διανοίγεται κατά το λαμβάνειν-χώρα[98] αυτών των επιχειρήσεων συνιστά ένα ξεχωριστό κεφάλαιο για το νέο (όπως και για κάθε άλλο) παράδειγμα της στρατιωτικο-αστυνομικής επιστήμης, και ένα (επιστημονικό) αντικείμενο πρακτικής και πειραματικής διερεύνησης. Κάποιοι θα κάθισαν, λοιπόν, ύστερα από το πέρας αυτού του πρώτου κύκλου επιχειρήσεων για να εξετάσουν διεξοδικότερα και με την ησυχία τους τις τεχνικές λεπτομέρειες, τα λάθη, τις δυσκολίες, και τα απρόοπτα αυτών των ασκήσεων έκτακτης ανάγκης. Και πάλι οι στρατιωτικές πηγές είναι αυτές που μας διαβεβαιώνουν για το πόσο κρίσιμες είναι τέτοιες λεπτομέρειες όχι μόνο κατά την εφαρμογή αλλά και κατά την ίδια την εννοιολόγηση των επιχειρήσεων.[99] Είναι σαφές πως το επιχειρησιακό πλαίσιο, έτσι όπως αυτό περιγράφηκε παραπάνω, καθοδηγεί τις όποιες εφαρμογές. Αλλά και μία αντίστροφη διαδικασία, ανάλογης σημασίας, ενεργοποιείται μέσα από αυτά τα πειράματα· μια διαδικασία που κατά τη δράση παράγει γνώση και ανατροφοδοτεί το επιχειρησιακό πλαίσιο και, ως εκ τούτου, και την κυρίαρχη εξουσία στις απτές της εκφράσεις.[100] Και εδώ ακριβώς, εντοπίζεται η διπλή επιτελεστική λειτουργία των επίμαχων δοκιμών. Τόσο ως επιχειρήσεων που αναζωογονούν και φρεσκάρουν το σχήμα της έκτακτης ανάγκης, επιτελώντας τη βασική αρχή της κυρίαρχης εξουσίας, όσο και ως ασκήσεων που, σε πραγματικό χώρο και χρόνο, επιτελούν και επιμελούνται τον ίδιο τους τον εαυτό. Άρα, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν ανασύρεται, απλώς, από μία αποθήκη σκονισμένων δικαιικών εργαλείων, αλλά οφείλει, κάθε φορά, να φροντίζει επιπλέον για τις μορφές της άτυπης κήρυξής της. Και αυτές οι μορφές είναι που δοκιμάζονται, σήμερα, στο μητροπολιτικό εργαστήριο της Αθήνας.

Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης οφείλει, όμως, να εκσυγχρονίσει τις μορφές της όχι μόνο εξαιτίας εκείνης της συνθήκης του επείγοντος που επιβάλλει η οικονομική κρίση, αλλά και στα πλαίσια ενός καθήκοντος που βαραίνει τις κρατικές μηχανές καταστροφής αναφορικά με το ζήτημα της διαχείρισης των πόλεων και τη θέση που αυτές κατέχουν, σήμερα, στην ατζέντα των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Ο Βρετανός στρατηγός Frank Kitson, στο θεμελιώδες έργο του Low Intensity Operations – Subversion, Insurgency, Peace-keeping, έγραφε πως ήδη από το 1969, το R.U.S.I. Journal φιλοξενούσε «ένα άρθρο που κατέληγε στο συμπέρασμα πως η χαμηλού επιπέδου αστική εξέγερση σε συνδυασμό με προπαγάνδα και οικονομική πίεση είναι πιθανόν να εξελιχθεί στο πιο δημοφιλές είδος πολέμου στο μέλλον».[101] Μέσα στη βαριά σκιά του ψυχροπολεμικού παραδείγματος, αυτός ο ισχυρισμός έμενε να αποδειχθεί. Σήμερα, όμως, κανείς δεν μπορεί να αμφιβάλλει για το πόσο εύστοχη ήταν αυτή η πρόβλεψη. Σε ένα, λοιπόν, ολοένα και πιο αστικοποιημένο περιβάλλον τα στρατιωτικά επιτελεία προσαρμόζουν τα δόγματά τους στις ιδιαιτερότητες και τις δυσκολίες των αστικών σχηματισμών. Και, όπως τονίζει χαρακτηριστικά το R.U.S.I. Journal, δεν πρόκειται για συμβατικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, αλλά για επιχειρήσεις αντι-εξέγερσης σε αστικό περιβάλλον. Για ένα συνδυασμό, δηλαδή, αντι-εξέγερσης και αστικών επιχειρήσεων. Το συνδυασμό αυτό μπορεί κανείς να τον εντοπίσει σε υποδειγματική μορφή στις αρμοδιότητες της προαναφερθείσας 71ης Αερομεταφερόμενης Ταξιαρχίας του Κιλκίς, τμήματα της οποίας ειδικεύονται σε επιχειρήσεις καταστολής πλήθους, αντι-τρομοκρατίας, ειρηνευτικές επιχειρήσεις και αστικές επιχειρήσεις. Η εν λόγω ταξιαρχία συμμετέχει στη Δύναμη Ταχείας Αντίδρασης του ΝΑΤΟ (NATO Response Force, NRF), η οποία συστάθηκε έπειτα από τη Σύνοδο Κορυφής της Συμμαχίας στην Πράγα το Νοέμβριο του 2002. Σύμφωνα με το στρατηγό James Jones, τον τότε Ανώτερο Διοικητή Δυνάμεων της Συμμαχίας στην Ευρώπη (SACEUR), η δύναμη ταχείας αντίδρασης ήταν «...μια σημαντική αναγνώριση εκ μέρους της συμμαχίας ότι το διεθνές περιβάλλον ασφαλείας έχει αλλάξει ριζικά».[102] Μερικούς μήνες μετά τη Σύνοδο Κορυφής στην Πράγα, το ΝΑΤΟ εξέδωσε ένα εγχειρίδιο για επιχειρήσεις σε αστικό έδαφος, αποδεικνύοντας πως μέρος αυτής της αλλαγής αφορούσε τον ίδιο το ρόλο των πόλεων. Στις εισαγωγικές του σελίδες διαβάζει κανείς: «Δημογραφικές τάσεις καταδεικνύουν πως η περαιτέρω αστικοποίηση των πόλεων θα συνεχιστεί και πως όλων των ειδών οι στρατιωτικές επιχειρήσεις αναμένεται στο μέλλον να εμφανίζουν κάποια αστική διάσταση».[103]

Μέσα, λοιπόν, στο τοπίο που διαμορφώνουν αφενός η οικονομική κρίση αφετέρου η αστικοποίηση του στρατιωτικού αντικειμένου, το σχήμα της έκτακτης ανάγκης καλείται να επικαιροποιήσει τις μορφές του. Αν επιμέναμε στις αυστηρά πρακτικές διαστάσεις των μορφών αυτών, θα μπορούσαμε ίσως να διακρίνουμε δύο ξεχωριστές όψεις της σημασίας των αστυνομικών επιχειρήσεων που μας ενδιαφέρουν· δύο διαφορετικές, δηλαδή, τάξεις της πρακτικότητας. Μία που αφορά την παραβίαση κτιρίων ως εφαρμοσμένη επιστήμη, και μία που σχετίζεται με το πεδίο της κοινωνικής αλληλεπίδρασης, ως δύο μόνο όψεις μίας αναγκαίας σπουδής στο επιχειρείν. Είναι γνωστό πως οι μονάδες της ΕΚΑΜ διέθεταν από παλιά ειδικευμένο προσωπικό σε θέματα «παραβιάσεων» (θυρών, τοίχων).[104] Όμως, σήμερα φαίνεται πως η ιδιαίτερη αυτή πρακτική, ακριβώς μέσα στο καθεστώς που διαμορφώνει η έκτακτη ανάγκη, αποκτά μία βαρύνουσα σημασία, που απαιτεί νέα πεδία ασκήσεων. Και τούτο γιατί παρατηρείται μία σταδιακή επέκταση των ιδιωμάτων της έκτακτης ανάγκης από τη δημόσια στην ιδιωτική σφαίρα. Και για τις ανάγκες αυτής της επέκτασης κρίνεται απαραίτητη η βίαιη παραβίαση εκείνων των υλικών ορίων που παραδοσιακά προάσπιζαν τη διάκριση δημόσιου/ιδιωτικού. Μπορεί κανείς να διατηρεί, ακόμα, αμφιβολίες για το κατά πόσο η παραβίαση αυτή έλαβε, όντως, χώρα στις επίμαχες επιχειρήσεις εναντίον των καταλήψεων στέγης, στο βαθμό που οι εισβολές της αστυνομίας δεν ανέδειξαν ένα βίαιο πέρασμα από το δημόσιο στο ιδιωτικό, αλλά ένα πέρασμα από το δημόσιο στο δημόσιο· από μία εκδοχή του δημόσιου σε μία άλλη. Τον καιρό, όμως, που βρίσκονταν σε εξέλιξη οι επιχειρήσεις αυτές, μπορούσε κανείς να διαβάσει στα δελτία τύπου της ελληνικής αστυνομίας για καθημερινές έρευνες σε κατοικίες που διέμεναν μετανάστες/ριες, με εκατοντάδες συλλήψεις.

Μέχρι σήμερα, δεν έχει δοθεί καμία διευκρίνιση για τους τρόπους με τους οποίους πραγματοποιούνται αυτές οι έρευνες, πέραν του στοιχείου πως συνοδεύονται από εισαγγελική παρουσία. Η εισβολή, όμως, ανδρών της ΕΚΑΜ, τη νύχτα της 10ης Απριλίου 2013, στα σπίτια δύο υπόπτων για τις δολιοφθορές στις υποδομές των μεταλλείων χρυσού της Χαλκιδικής, προσφέρει, σίγουρα, κάποιες πιθανές απαντήσεις. Αυτό που έχει σημασία, είναι πως όλες οι επιχειρήσεις στις οποίες αναφερόμαστε αποκτούν το κυρίαρχό τους νόημα μέσα από μία ρητορική του επείγοντος. Με άλλα λόγια, μέσα από μία ρητορική της έκτακτης ανάγκης, που φαίνεται να διεκδικεί σταδιακά την επέκτασή της από τη δημόσια στην ιδιωτική σφαίρα.[105] Οι επαναλαμβανόμενες αυτές δοκιμές συνιστούν, λοιπόν, ευκαιρίες πειραματικού ελέγχου αυτής της επέκτασης, και πέρα από το όποιο συμβολικό φορτίο κυοφορούν, παράγουν παράλληλα μία ανεκτίμητη τεχνογνωσία για τις αστυνομικές επιχειρήσεις καθ' εαυτές. Τόσο ανεκτίμητη που υποστηρίζουμε πως διεκδικεί μία επάξια θέση πλάι στους βασικούς λόγους για τους οποίους αυτές οι δοκιμές, εν τέλει, πραγματοποιούνται. Η πόρτα, ως σημαίνον υλικό στοιχείο της διχοτομίας δημόσιου/ιδιωτικού, έχει, ήδη, αρχίσει να μετατρέπεται σε βασικό διακύβευμα των επιχειρήσεων έκτακτης ανάγκης. Ως εκ τούτου, ο αέρας της έκτακτης ανάγκης θα τη χτυπάει ολοένα και πιο συχνά, ολοένα και πιο λυσσασμένα, σαν υπενθύμιση πως στέκεται εκεί ως ένα από τα τελευταία, ίσως, υλικά εμπόδια στην πλήρη αποικιοποίηση της καθημερινότητας, και, επομένως, ως ένα από τα βασικά διακυβεύματα της ίδιας της πολιτικής. «Ακριβώς επειδή μπορεί να ανοίξει, η κλειστότητά της δίνει την αίσθηση μιας εντονότερης απομόνωσης από κάθε τι που βρίσκεται πέρα από αυτόν το χώρο, σε σύγκριση με έναν απλό μεμονωμένο τοίχο», έγραφε κάποτε ο Georg Simmel.[106] Πόσο μάλλον, όταν αυτό το έκτακτο «έξω» προετοιμάζεται μεθοδικά, για να παραβιάζει τις πόρτες κατά βούληση.

Μέσα από τις επαναλαμβανόμενες αυτές δοκιμές οι δυνάμεις της ΕΚΑΜ μαθαίνουν και εξασκούν στοιχεία για το πώς εισβάλλεις μέσα σε ένα κτίριο, πώς αποκλείεις ένα οικοδομικό τετράγωνο, πώς συνεργάζεσαι με τα άλλα σώματα των δυνάμεων ασφαλείας, τι είδους μέσα και εξοπλισμό χρησιμοποιείς, και άλλα πολλά. Εν τούτοις, θα δικαιούταν να υποθέσει κανείς πως η τεχνογνωσία αυτή θα μπορούσε, κάλλιστα, να εξασφαλισθεί και κατά τη διάρκεια ασκήσεων in vitro, μέσα σε ένα ελεγχόμενο, δηλαδή, περιβάλλον μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης-σε-προσομοίωση. Αυτό, λοιπόν, που κάνει ιδιαίτερη την τεχνογνωσία που αποκτάται μέσα από τις επίμαχες δοκιμές, είναι το γεγονός πως παράγεται, ακριβώς, κατά την έκθεσή της στο δημόσιο φως. Και αυτή η έκθεση συνεπάγεται δύο ξεχωριστά οφέλη για την επιστήμη της αντι-εξέγερσης. Αφενός οι ασκήσεις αυτές πραγματοποιούνται σε ένα πεδίο μέσα στο οποίο βρίσκεται ένας πραγματικός, και άρα απρόβλεπτος αντίπαλος, αποδεικνύοντας πως οι ασκήσεις αυτές νοηματοδοτούνται, πρώτα απ' όλα, ως ασκήσεις διαχείρισης του Άλλου· όχι μόνο του Άλλου-ως-εχθρού αλλά και του Άλλου-ως-αμάχου, και ιδίως στη συναρμογή αυτών των δύο. Ένα διπλό αίτημα που τίθεται ως ολοένα και πιο επείγον μέσα στην πλούσια φιλολογία που παράγεται για τις επιχειρήσεις στα πολύπλοκα αστικά περιβάλλοντα. Αφετέρου μονάχα η έκθεσή τους στο δημόσιο φως είναι αυτή που επικυρώνει τη συγκρότηση του νέου παραδείγματος ως τέτοιου. Γιατί η αστυνομική επιστήμη, ως επιστήμη με αντικείμενο τον έλεγχο των δημόσιων φαινομένων, μετατρέπει, εκ των πραγμάτων, το δημόσιο χώρο σε ένα τεράστιο εργαστήριο πειραματισμού. Και επομένως, κάθε πλέγμα θεωρίας και πειραμάτων, που θα αξίωνε για τον εαυτό του το status του επιστημολογικού παραδείγματος, μόνο μέσα στο δημόσιο χώρο, θα είχε νόημα να διεκδικήσει τις όποιες παραδειγματικές του ιδιότητες.[107]

Κάθε προσπάθεια, λοιπόν, να στοχαστούμε πάνω στο νέο παράδειγμα καταστολής μας εισάγει αναγκαστικά στο πεδίο της κοινωνικής αλληλεπίδρασης. Μια εισαγωγή γνωστή ήδη από την εποχή του Clausewitz, όταν εκείνος έγραφε πως «Ο πόλεμος [...] ανήκει στο πεδίο [...] της κοινωνικής ύπαρξης».[108] Όμως, σήμερα, μέσα στο καθεστώς της αστικοποίησης και της ασυμμετροποίησης των συγκρούσεων, οι επιχειρήσεις της έκτακτης ανάγκης φαίνεται να διαχέονται σε ολοένα και ευρύτερα τμήματα του κοινωνικού πεδίου, φτάνοντας να συγκροτούν την πλέον καταστατική συνθήκη για την αναπαραγωγή της ίδιας της αστικής καθημερινότητας. Είναι χαρακτηριστικό πως η έμφαση στην κοινωνική αλληλεπίδραση οδήγησε στη μετάβαση από το στρατιωτικό όρο Military Operations on Urbanized Terrain (Στρατιωτικές Επιχειρήσεις σε Αστικοποιημένο Έδαφος, γνωστές και ως MOUT) στον όρο Urban Operations (Αστικές Επιχειρήσεις), στον οποίο η κρίσιμη σημασία δεν εντοπίζεται, πλέον, τόσο στις αστικές τοπογραφικές ιδιαιτερότητες, όσο στη μόνιμη και πυκνή παρουσία του (άμαχου) πληθυσμού.[109] Εξάλλου, οι επιχειρήσεις αντι-εξέγερσης συνιστούν κατεξοχήν επιχειρήσεις χαρτογράφησης και διαχείρισης του πληθυσμού. Και δεν είναι τυχαίο πως ο αμερικανικός στρατός, για τις ανάγκες της εκπαίδευσης των δυνάμεων που συμμετέχουν σε αντι-εξεγερτικές επιχειρήσεις, και στα πλαίσια αυτού που ο Derek Gregory αποκαλεί πολιτισμική στροφή, κατέφυγε σε «...προσομοιώσεις που επιχειρούν να ενσωματώσουν τη διαδραστική εγγύτητα που αναδεικνύεται με την πολιτισμική στροφή, χρησιμοποιώντας Παίκτες σε Ρόλο Πολιτών (Civilian Role Players) σε Massively MultiPlayer Online Games[110] ή επιστρατεύοντας την Τεχνητή Νοημοσύνη για τη μοντελοποίηση πολιτισμικών αλληλεπιδράσεων».[111] Γνωρίζοντας, όμως, τις πεπερασμένες δυνατότητες των προσομοιώσεων αυτών, η RAND Corporation, δια στόματος Russell Glenn, ξεκαθαρίζει πως οι επιχειρήσεις-ασκήσεις σε πραγματικό αστικό έδαφος θα αποδειχθούν πιο απαραίτητες στο μέλλον, καθώς «για πολλά χρόνια ακόμα, κανένα ειδικά διαμορφωμένο για εκπαιδευτική χρήση αστικό περιβάλλον και καμία προσομοίωση δε θα είναι σε θέση να εκφράσουν την ετερογένεια και την πολυπλοκότητα μίας σύγχρονης μεγαλούπολης».[112] Η στρατιωτικο-αστυνομική, λοιπόν, επιστήμη οφείλει, σήμερα, να επιχειρήσει in situ και να καταλάβει ακόμη περισσότερο δημόσιο χώρο, εστιάζοντας ίσως περισσότερο στο «δημόσιο» παρά στο «χώρο». Άλλωστε, ο Αμερικανός απόστρατος αντισυνταγματάρχης Ralph Peters είναι σαφής: «Ενώ τα φυσικά χαρακτηριστικά της πόλης που έχει δεχτεί επίθεση ή που έχει καταληφθεί κρίνονται ιδιαίτερης σημασίας, το στοιχείο-κλειδί είναι ο πληθυσμός. [...] Η πολυπλοκότητα του ανθρώπου είναι πολύ πιο σύνθετη από οποιαδήποτε αρχιτεκτονική λεπτομέρεια».[113]
 

IV. Πλαστικές Παραμορφώσεις της «Κοινής Λογικής»

Βρισκόμαστε, λοιπόν, στην τομή δύο κρίσιμων ενεργών διαδικασιών που περιλαμβάνουν αφενός τα σκιώδη χαρακτηριστικά της οικονομικής κρίσης, και ως εκ τούτου και τα ιδιώματα της έκτακτης ανάγκης, αφετέρου τα επίμονα αιτήματα της αστικοποίησης του στρατιωτικού αντικειμένου, με την απαραίτητη έμφαση στην ασύμμετρες διαστάσεις που χαρακτηρίζουν το σύγχρονο περιβάλλον των ένοπλων συγκρούσεων. Στην καρδιά αυτής της τομής είναι που έχει νόημα να αναζητήσουμε κάποιες βασικές υποδείξεις για την τύχη του δημόσιου χώρου σήμερα. Ομολογουμένως, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε πως οι εργαστηριακές χρήσεις της δημόσιας σφαίρας δεν εμφανίζει κανένα σημάδι πρωτοτυπίας. Άλλωστε, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει πως ο δημόσιος χώρος συνιστά τον κατεξοχήν τόπο άσκησης της εξαίρεσης. Αυτό, όμως, που ίσως κεντρίζει την προσοχή αφορά το γεγονός πως τα πεδία άσκησης μετασχηματίζονται και εμπλουτίζονται, πλέον, ποιοτικά, στο βαθμό που κάποια απ' αυτά μετακομίζουν σταδιακά από τις αποικιακές ζώνες, που παραδοσιακά περιορίζονταν, σε επίλεκτες εκδοχές του λεγόμενου “πρωτοκοσμικού” αστικού περιβάλλοντος. Γνωρίζουμε πως οι αποικίες συνιστούσαν ανέκαθεν τα κρίσιμα πεδία δοκιμής τεχνολογιών πειθαρχίας. Όπως τονίζει ο Achille Mbembe, «...οι αποικίες είναι ο κατεξοχήν τόπος όπου οι έλεγχοι και οι εγγυήσεις της δικαιικής τάξης μπορούν να αναστέλλονται – η ζώνη όπου η βία της κατάστασης εξαίρεσης κρίνεται πως μπορεί να εργάζεται στην υπηρεσία του “πολιτισμού”».[114] Για τις αποικιοκρατικές χώρες, λοιπόν, οι αποικίες δεν ήταν μόνο πηγές ανεκτίμητων πρώτων υλών και δεξαμενές μαζικής απλήρωτης εργασίας. Αποτελούσαν, επίσης, και ένα μοναδικό πεδίο δοκιμής μετασχηματισμών ως προς την άσκηση της κυρίαρχης εξουσίας. «Η ίδια η αποικιακή κατοχή συνιστούσε ζήτημα αρπαγής, οριοθέτησης και διεκδίκησης ελέγχου πάνω σε μία φυσική γεωγραφική έκταση – ζήτημα εγγραφής ενός νέου πλαισίου κοινωνικών και χωρικών σχέσεων πάνω στο έδαφος».[115] Η εγγραφή του νέου αυτού πλέγματος κοινωνικών σχέσεων στο έδαφος ήταν – και συνεχίζει να είναι – ένα από τα επίδικα αντικείμενα του αποικιοκρατικού μηχανισμού. Και για τις ανάγκες αυτής της εγγραφής είναι απαραίτητη, καταρχάς, μία συστηματική επένδυση στην έννοια του εδάφους, το οποίο αξιοποιείται ως «πρώτη ύλη για την κυριαρχία και για τη βία που αυτή κουβαλάει μαζί της».[116]

Η ανάγκη για τέτοια πεδία δοκιμών συνεχίζει, σήμερα, να απασχολεί τα στρατιωτικο-αστυνομικά επιτελεία, τα οποία φροντίζουν να επεξεργαστούν τους τρόπους της επιτόπιας άσκησης της εξουσίας, γεννώντας πιο εκλεπτυσμένες μορφές. Για παράδειγμα, η προαναφερθείσα εργασία της RAND Corporation, με τον τίτλο People Make the City, αναφέρεται στη σημασία του αμερικανικού Δόγματος για τις Κοινές Αστικές Επιχειρήσεις (Doctrine for Joint Urban Operations, JP 3-06), με χαρακτηριστικό ύφος: «Οι συνεχιζόμενες επιχειρήσεις στα χωριά, τις κωμοπόλεις και τις πόλεις του Αφγανιστάν και του Ιράκ προσφέρουν την πρώτη πραγματική δοκιμή για το πρώτο στην ιστορία αμερικανικό δόγμα κοινών αστικών επιχειρήσεων. [...] Ο σκοπός αυτής της έρευνας είναι να αποκαλύψει τα εργαλεία εκείνα που θα μπορέσουν να καταστήσουν ικανότερους το στρατό, όσο και τους πολίτες, ως προς την επίτευξη των στόχων της εθνικής ασφάλειας, καθοδηγώντας πιο αποτελεσματικά την αστική μάχη και τη διαδικασία της αποκατάστασης».[117]  Δεν αρκεί, λοιπόν, η σύνταξη ενός εξειδικευμένου εγχειριδίου· χρειάζεται αυτό, επιπλέον, να δοκιμασθεί. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις σε χώρες της καπιταλιστικής περιφέρειας προσφέρουν τέτοιες παραδειγματικές ευκαιρίες. Και θα πρέπει να έχουμε κατά νου πως η τεχνογνωσία που παράγεται σε αυτούς τους επίλεκτους εργαστηριακούς τόπους δεν περιορίζεται στα στενά χωρικά όρια των τελευταίων, αλλά ανανεώνει και τις επιχειρησιακές ικανότητες της στρατιωτικο-αστυνομικής επιστήμης για τις ανάγκες της ίδια τής εσωτερικής ασφάλειας (homeland security). Ο Foucault έγραφε χαρακτηριστικά επ' αυτού: «Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι ο αποικισμός, με τις τεχνικές και το πολιτικό και νομικό του οπλοστάσιο, μετέφερε βεβαίως τα ευρωπαϊκά πρότυπα σε άλλες ηπείρους· είχε όμως επίσης πολυάριθμα αναδραστικά αποτελέσματα (boomerang effects) στους μηχανισμούς εξουσίας στη Δύση, στα συστήματα, τους θεσμούς και τις τεχνικές της εξουσίας. Πολλά αποικιακά πρότυπα επανεισήχθησαν στη Δύση και διαμέσου αυτών η Δύση προέβη σε έναν ίδιο αποικισμό, κατά κάποιον τρόπο, σε μια εσωτερική αποικιοκρατία».[118] Ο Graham, αναγνωρίζοντας τη συγκεκριμένη πρωτοτυπία στη σκέψη του Foucault, τονίζει πως «κινείται πέραν των παραδοσιακών αντιλήψεων για την αποικιοκρατία, εστιάζοντας σε μία αμφίδρομη διαδικασία κυκλοφορίας των ιδεών, των τεχνικών και των πρακτικών της εξουσίας, που αναπτύσσεται ανάμεσα στις καρδιές των μητροπόλεων των αποικιοκρατικών χωρών και τους χώρους των αποικιακών περιφερειών».[119]

Από το ακαδημαϊκό έτος 1975-76, όταν ο Foucault αναφερόταν στα boomerang effects στο Collège de France, οι πόλεις έχουν υποστεί, παγκοσμίως, ριζικότατους μετασχηματισμούς. Στον πυρήνα αυτών των μετασχηματισμών δεσπόζει, σήμερα, το φαινόμενο της μαζικής μετανάστευσης και η εμπλοκή του στη διαδικασία της περαιτέρω αστικοποίησης. Σε αυτό το καθεστώς εξαναγκασμένης κινητικότητας και μαζικής διασποράς, και υπό την επίδραση σφοδρότερων και ελαστικότερων μορφών καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, αναπτύσσονται συνθήκες ακραίων ενδοαστικών πολώσεων, οι οποίες σε αρκετές περιπτώσεις των δυτικών μητροπόλεων δίνουν χώρο στη δημιουργία ενός είδους υποβαθμισμένων εσωτερικών αποικιών (internal colonies).[120] Γεννιούνται, έτσι, νέες επικράτειες διαχωρισμών, και επομένως νέοι τόποι σύγκρουσης, οι οποίοι αποδεικνύονται προνομιακά πεδία άσκησης για τους μηχανισμούς των κατά τόπους στρατιωτικο-αστυνομικών μηχανισμών. Επομένως, τα επίμαχα πεδία δοκιμών συμπεριλαμβάνουν, σταδιακά, και κάποιους επίλεκτους τόπους των «πρωτοκοσμικών» αστικών σχηματισμών, αξιοποιώντας τις ευκαιρίες δοκιμής νέων τεχνολογιών πειθαρχίας που προσφέρονται μέσα στην ίδια την καρδιά των μητροπόλεων.[121] Αν δίπλα σ' αυτούς τοποθετήσουμε τους χώρους και τους χρόνους ριζοσπαστικών πολιτικών διεκδικήσεων και εγχειρημάτων, που μετατρέπονται εκ νέου σε αντικείμενο στρατιωτικής διαχείρισης, παράγεται τότε ένα ειδικό περιβάλλον περιπτώσεων οι οποίες μπορεί να διατηρούν μία σταθερή σχέση με την τεχνογνωσία που παράγεται σε κάποια εξωτικά αποικιακά εργαστήρια, αλλά χαρακτηρίζονται, επιπλέον, και από μία τοπική παραγωγή πειθαρχικών τεχνολογιών, η οποία σταδιακά διαχέεται σε ολοένα και περισσότερες όψεις του κοινωνικού και του αστικού πεδίου. Στη διαδικασία αυτής της διάχυσης πρωταγωνιστική θέση καταλαμβάνει η επαναδιατύπωση και αναδιάταξη των δημόσιων νοημάτων. Μπορεί στην περίπτωση της Αθήνας οι χωρικοί όροι των διαχωρισμών να μην επιδεικνύουν την αυστηρότητα που χαρακτηρίζουν τα (νεο)αποικιακά παραδείγματα, και επομένως η επίμαχη εδαφική εγγραφή να διατυπώνεται με πιο εκλεπτυσμένους και πιο δυσδιάκριτους τρόπους. Εν τούτοις, ο τρόπος με τον οποίο ο Mbembe περιγράφει τη σχέση εδάφους και κυριαρχίας, και συγκεκριμένα το πώς αυτή διαμεσολαβείται από την παραγωγή πολιτισμικών και νοηματικών κατασκευών, έχει πλήρη εφαρμογή στον ενιαίο χώρο ασφάλειας που οραματίζεται, για παράδειγμα, ο Δένδιας. Ο Mbembe, λοιπόν, γράφει: «Η εγγραφή νέων χωρικών σχέσεων (εδαφικοποίηση) ήταν απολύτως ισοδύναμη με [...] τη συγκρότηση ενός διευρυμένου ρεπερτορίου πολιτισμικών φαντασιακών. Τα φαντασιακά αυτά παρείχαν το νόημα για τη θέσπιση διαφορετικών δικαιωμάτων για διαφορετικές κατηγορίες του πληθυσμού για διαφορετικούς σκοπούς μέσα στον ίδιο χώρο· με λίγα λόγια, για την άσκηση της κυρίαρχης εξουσίας».[122]

Εδώ, εντοπίζεται, λοιπόν, το τελευταίο επεισόδιο της δοκιμαστικής μας περιδιάβασης μέσα από τα επιτελεστικά τοπία της κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Και αφορά, ακριβώς, το πώς αναδιανέμονται οι κοινωνικές σχέσεις και τα νοήματά τους μέσα στα χωρικά αιτήματα που παράγει το νέο δόγμα ασφάλειας και κυρίως μέσα από τις υλικές του διατυπώσεις. Γιατί οι επιχειρήσεις της έκτακτης ανάγκης πέρα από το να επιτελούν τον εαυτό τους, συγκροτώντας, όπως είδαμε, υπομονετικά και μεθοδικά την παραδειγματική τους αυτο-εικόνα, επιτελούν και κάτι ακόμα· προκαλούν σοβαρότατες παραμορφώσεις στην αίσθηση του δημόσιου βιώματος. Η εδαφική εγγραφή του αιτήματος της δημόσιας ασφάλειας κουβαλάει μαζί της την αναπαραγωγή ενός νέου πλέγματος νοηματοδοτήσεων, που αναδιοργανώνει το ίδιο το νόημα της δημόσιας παρουσίας, ακριβώς τη στιγμή που οι επίμαχες επιχειρήσεις λαμβάνουν χώρα. Η μόνιμη αστυνομική παρουσία στο δημόσιο χώρο συνιστά, έτσι, ένα καταστατικό στοιχείο απόδοσης νοήματος για το δημόσιο χώρο καθ' εαυτόν. Και πέραν των όποιων υλικών εκφράσεων, επενδύει πρώτα απ' όλα στο αντιληπτικό επίπεδο. Η Butler γράφει πως «Για να παραγάγεις, εν τούτοις, αυτό που θα συγκροτήσει τη δημόσια σφαίρα, είναι αναγκαίο να ελέγχεις τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν, το πώς ακούνε, το τι βλέπουν. [...] Η δημόσια σφαίρα συγκροτείται εν μέρει από ό,τι μπορεί να εμφανιστεί, και η ρύθμιση αυτής της σφαίρας της εμφάνισης είναι ένας τρόπος για να καθιερώσεις το τι θα μετράει ως πραγματικότητα και τι όχι».[123] Η μετατροπή του δημόσιου χώρου σε πεδίο συνεχών στρατιωτικο-αστυνομικών δοκιμών λειτουργεί, λοιπόν, επιπλέον ως μία ιδιότυπη ρύθμιση της σφαίρας της εμφάνισης. Και ποντάρει στη γρήγορη προσαρμοστικότητα του πληθυσμού. «Μία στρατιωτική δύναμη που επεμβαίνει σε περίοδο κρίσης μετατρέπεται σε ένα εργαλείο κοινωνικής μηχανικής», γράφει εντελώς απροκάλυπτα η RAND Corporation.[124] Μία θέση που απλώς αντανακλά την τρομακτική σημασία που κυοφορεί, σήμερα, η διαδεδομένη ανάμειξη της φιγούρας του στρατιώτη με ευρύτερα κομμάτια του πληθυσμού, και που επαναλαμβάνει αυτό που στις επιχειρήσεις αντι-εξέγερσης είναι, πλέον, κοινός τόπος: «Οι επιχειρήσεις αντι-εξέγερσης μπορούν να χαρακτηριστούν ως ένοπλη κοινωνική εργασία».[125]

Στα πλαίσια αυτής της κοινωνικής μηχανικής η απώλεια ζωτικών τμημάτων του δημόσιου χώρου οφείλει να γίνει ένα αντικείμενο συνήθειας. Αναδιαμορφώνει, έτσι, τα υποκείμενα στη βάση των νέων πειθαρχιών, αξιοποιώντας αυτό που ο Foucault είχε προ πολλού διαγνώσει. Το ότι «Το άτομο δηλαδή δεν συνομιλεί με την εξουσία· συνιστά ένα από τα πρώτα της αποτελέσματα».[126] Οι συστηματικές, λοιπόν, επιχειρήσεις στοχεύουν σε μία εξοικείωση του υποκειμένου με τη σκληρή τους πραγματικότητα. Μια εξοικείωση με την απώλεια, που λαμβάνει χώρα μέσα από την επανάληψή της, ήτοι μέσα στη σφαίρα της συνήθειας, μετατοπίζοντας, σιγά-σιγά, τα όρια των κοινωνικών ανοχών και κερδίζοντας ταυτόχρονα τόσο εδάφη του δημόσιου χώρου όσο και τμήματα των δημόσιων νοημάτων. Αυτή η μάχη για τα νοήματα συνιστά μία από τις βασικές προϋποθέσεις της επιτυχίας των στρατιωτικο-αστυνομικών επιχειρήσεων. Και αναλύθηκε παραπάνω, σε κάποιο βαθμό, μέσα από τις εκτενείς αναφορές στο επίπεδο της ιδεολογικής παραγωγής. Το αμερικανικό εγχειρίδιο για τις Αστικές Επιχειρήσεις επιφυλάσσει μία ξεχωριστή θέση γι' αυτή την προϋπόθεση, μέσα από την αναφορά του στον όρο Ψυχολογικές Επιχειρήσεις (Psychological Operations, PSYOP). Σύμφωνα με το γλωσσάρι του εγχειριδίου, πρόκειται για «Σχεδιασμένες επιχειρήσεις μετάδοσης επιλεγμένων πληροφοριών και δεικτών σε ακροατήρια τρίτων χωρών, με σκοπό να επιδράσουν στα συναισθήματά τους, στα κίνητρά τους, στον τρόπο που σκέφτονται, και τελικά στη στάση των κυβερνήσεων και διάφορων άλλων οργανώσεων, ομάδων και ατόμων των χωρών αυτών. Ο σκοπός των ψυχολογικών επιχειρήσεων είναι η παρακίνηση και η ενίσχυση στάσεων και συμπεριφορών που θα ευνοούν τους στόχους αυτών που σχεδιάζουν τις επιχειρήσεις».[127] Παρακάμπτοντας το γεγονός πως η παραπάνω διατύπωση αναφέρεται σε ακροατήρια τρίτων χωρών, θα είχε νόημα να εστιάσει κανείς στο γεγονός πως πρόκειται, ξεκάθαρα, για προπαγανδιστικές επιχειρήσεις διαμόρφωσης της κοινής γνώμης. Για επιχειρήσεις, δηλαδή, ενταγμένες πλήρως και ρητά στο πεδίο της ιδεολογικής παραγωγής. Στην τεχνική ορολογία του εγχειριδίου, οι Ψυχολογικές Επιχειρήσεις συνδέονται άμεσα με τις λεγόμενες Δημόσιες Υποθέσεις (Public Affairs, PA),[128] και συνιστούν ένα από τα δομικά εκείνα στοιχεία που συνθέτουν το βασικό πυρήνα των Επιχειρήσεων Πληροφοριών (Information Operations, IO).[129]

Ο ιδεολογικός, λοιπόν, σχεδιασμός και η ιδεολογική επιμέλεια αυτών των επιχειρήσεων σαφώς και εμπεριέχουν στοιχεία Ψυχολογικών Επιχειρήσεων. Αυτό, όμως, που διατηρεί την ξεχωριστή του σημασία είναι το γεγονός πως οι ασκήσεις αυτές, πέραν της ιδεολογικής τους θωράκισης και της προπαγάνδας που προϋποθέτουν, επιδεικνύουν μία αυτόνομη ικανότητα να λειτουργούν ως ιδιότυπες Ψυχολογικές Επιχειρήσεις καθ' εαυτές. Ως επιχειρήσεις, δηλαδή, που κουβαλούν από μόνες τους ένα νοηματικό, εκπαιδευτικό και ψυχολογικό φορτίο ακριβώς τη στιγμή που λαμβάνουν χώρα, και ιδιαίτερα κατά την επανάληψή τους. Οι ίδιες οι υλικότητες και οι καθημερινότητες των επιχειρήσεων και η ίδια η φυσική παρουσία των δυνάμεων ασφαλείας εκπαιδεύουν, εν τέλει, σε μεγάλο βαθμό στην αποδοχή τους. Και με αυτό τον τρόπο είναι που μετατρέπονται, επιτελεστικά, σε «εργαλείο κοινωνικής μηχανικής», επεμβαίνοντας στην ίδια την κατανοησιμότητα του δημόσιου βιώματος. Στη μελέτη τους με τίτλο Streetsmart – Intelligence Preparation of the Battlefield for Urban Operations, οι Glenn & Medby υποστηρίζουν πως «Πληθυσμιακές ομάδες ή άτομα μπορούν επίσης να χειραγωγηθούν από τις φίλιες ή από τις εχθρικές δυνάμεις, από άλλες ομάδες ή και από τα ίδια τα γεγονότα. Η χειραγώγηση αυτή μπορεί να επιτευχθεί είτε εν γνώση είτε εν αγνοία των υποκειμένων που επηρεάζονται».[130] Ως εκ τούτου, θα είχε, όντως, νόημα να τονιστεί η χειριστική και «πλαστική» ικανότητα που αποδίδεται στα ίδια τα γεγονότα. Η επιχείρηση Ξένιος-Ζευς, για παράδειγμα, συνιστά μια χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση, καθώς δεν είναι μόνο μια επιχείρηση η οποία συνεπάγεται μία τρομακτική επένδυση στον τομέα των επιχειρησιακών ικανοτήτων της αστυνομικής επιστήμης. Επιπλέον, είναι και μία υπόρρητη και μεθοδική εκπαιδευτική διαδικασία στο πεδίο της κοινωνικής μηχανικής, βασικό αντικείμενο της οποίας αποτελεί η μετατόπιση και ανανοηματοδότηση του προσωπικού βιώματος μέσα στο σύγχρονο δημόσιο χώρο. Ήτοι, αφενός η εγκαθίδρυση του φόβου στη ζωή του μεταναστευτικού υποκειμένου, που επιβάλλει ένα άτυπο καθεστώς απαγόρευσης κυκλοφορίας. Αφετέρου η εξοικείωση του μη μεταναστευτικού υποκειμένου με τη δημόσια καθημερινή θέα μαζικών συλλήψεων και πληθυσμιακών εκτοπισμών, που τους απονοηματοδοτεί και επανανοηματοδοτεί, κάνοντάς τους, σταδιακά, να φαίνονται σαν μια αστική κοινοτοπία, αν όχι σαν ένα καταστατικό στοιχείο της μητροπολιτικής αισθητικής.[131] Το πεδίο της ιδεολογικής παραγωγής ίσως να μην αρκεί, λοιπόν, από μόνο του για να φτάσει να επιδρά πάνω στις πιο μύχιες εκφάνσεις της ενσώματης αντίληψης, τις τόσο καθοριστικές για το βίωμα του δημόσιου χώρου. Το απαραίτητο συμπλήρωμά της θα πρέπει να αναζητηθεί, μάλλον, σε μία φαινομενολογία της καθημερινής «έννομης» βίας.

Οι επαναλαμβανόμενες επιχειρήσεις δε συνιστούν, όμως, μόνο μία πραγματικότητα με την Αρεντιανή έννοια του δημόσιου φαινομένου στο οποίο εκτιθέμεθα ενσώματα.[132] Αφήνουν, επιπλέον, ανεξίτηλα αποτυπώματα και στη σφαίρα της αναπαράστασης, ήτοι στη σφαίρα της μηντιακής κατασκευής και διαχείρισης νοημάτων. Ως εκ τούτου, η εξοικείωση με αυτήν την πραγματικότητα δεν αναπτύσσεται μόνο στο επίπεδο των δημόσιων φαινομένων των οποίων διαθέτουμε μία απολύτως προσωπική ενσώματη βιωμένη εμπειρία, αλλά και στο επίπεδο της αναπαράστασής τους, στο ύστατο πεδίο, δηλαδή, της νοηματοδότησης, εισβάλλοντας, επικοινωνιακά, και με καθοριστικό τρόπο, εν τέλει στην ιδιωτική σφαίρα. Αν κάτι ολοκληρώνει, λοιπόν, την εξοικείωσή μας με την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αυτό είναι η εξοικείωσή μας με την κατάσταση έκτακτης ανάγκης-ως-θέαμα, στα πλαίσια της οποίας την καταναλώνουμε, αβίαστα, μέσα από τις μηντιακές της αναπαραστάσεις. «Η στρατηγική του σοκ και του δέους», γράφει η Butler, «δε στοχεύει μόνο στην παραγωγή μιας αισθητικής διάστασης για τον πόλεμο, αλλά επιδιώκει να εκμεταλλευτεί και να εργαλειοποιήσει την οπτική αισθητική ως μέρος της ίδιας της στρατηγικής του πολέμου».[133] Στην κατεύθυνση αυτή, η βιντεοσκόπηση από την ίδια την ελληνική αστυνομία των επιχειρήσεων των εκκενώσεων των καταλήψεων στέγης (όπως και άλλων επιχειρήσεων), θίγει ακριβώς το ζήτημα της αισθητικοποίησής τους ως συμπληρωματικό στοιχείο αυτής της έκτακτης κοινωνικής διαπαιδαγώγησης. Και αν κρίνει κανείς από το «καλλιτεχνικό» τους αποτέλεσμα, φαίνεται πως βασικός στόχος αυτών των αστυνομικών μηντιακών προϊόντων δεν είναι τόσο το να επιμεληθούν αισθητικά τη δημόσια εμφάνιση της ελληνικής αστυνομίας όσο το να την επιβάλουν.

Πέραν, λοιπόν, του αυστηρά τεχνικού σκέλους των επίμαχων επιχειρήσεων, και της όποιας εκπαιδευτικής και τεχνογνωσιακής σημασίας που διατηρεί η επανάληψή τους σε πρακτικό και τεχνικό επίπεδο, υπάρχει και ένα επιπλέον κέρδος για την εγχώρια κυριαρχία που σχετίζεται με την εξοικείωση της «κοινής γνώμης» ακριβώς με αυτές τις μορφές και την επαναληψιμότητά τους. Για την ακρίβεια, η κοινή γνώμη ως μία αφηρημένη και κατασκευασμένη, επομένως πλασματικά «κοινή» αίσθηση και άποψη για τα πράγματα που μας περιβάλλουν, κατασκευάζεται μέσα από τη διαρκή επανάληψη αυτών των εμφανίσεων, οι οποίες απλώς αξιοποιούν τις γνωστές ελαστικές της ιδιότητες. Η στρατιωτική διαχείριση των κοινωνικών διεκδικήσεων και των πολιτικών αγώνων εισβάλλει, σήμερα, μέσα στο πεδίο της δημόσιας σφαίρας, με μορφές που την καθιστούν ένα από τα κυρίαρχα σημαίνοντα της κοινωνικο-οικονομικής κρίσης και της πολιτικής της διαχείρισης, παράγοντας, εν τέλει, μία εξειδικευμένη, αλλά καθ' όλα αναγνωρίσιμη, εικονοποιία της κρίσης. Η μαυροφορεμένος πάνοπλος άνδρας της ΕΚΑΜ, ανέκαθεν φορτισμένος με ένα πλεόνασμα στρατιωτικής σημειολογίας, που έπεφτε βαρύ για τα δημόσια γούστα της μεταπολιτευτικής παράδοσης, και ως εκ τούτου άλλοτε κρυμμένος και σχεδόν άνεργος πίσω από τις πιο εκλεπτυσμένες δημόσιες εκφάνσεις της ελληνικής αστυνομίας, γίνεται σήμερα ένας συμβολικός πυκνωτής της δημόσιας-τάξης-στον-καιρό-της-κρίσης, φροντίζοντας να επαναχαράξει βιαστικά και χοντροκομμένα τα όρια του διανοητού, του επιτρεπτού και του κανονικού. Κάποιοι, λοιπόν, προσπαθούν, μεθοδικά, να μετατοπίσουν τη νοηματοδότηση των αστικών φαινομένων από το πεδίο των πολιτικών και κοινωνικών διεκδικήσεων και αγώνων στο πεδίο των στρατιωτικών διενέξεων.  

Και ας μην ξεχνάμε πως η ΕΚΑΜ επιστρατευόταν παραδοσιακά για υποθέσεις για τις οποίες υπήρχε, συνήθως, βάσιμη πιθανότητα χρήσης οπλισμού από την αντίπαλη πλευρά· σε περιπτώσεις, δηλαδή, πιθανής ένοπλης αντιπαράθεσης. Το ότι σήμερα, λοιπόν, αυτά τα ίδια επίλεκτα σώματα ασφαλείας χρησιμοποιούνται αβίαστα για να σπάσουν απεργίες ή να εισβάλλουν συστηματικά σε κατειλημμένους κοινωνικούς χώρους, καταδεικνύει πως επαναπροσδιορίζεται, παράλληλα, και το ίδιο το εννοιολογικό πλαίσιο της ένοπλης αντιπαράθεσης. Ή, για να το πούμε με πιο απλά λόγια, δηλαδή με Σμιτιανούς όρους, πως σιγά-σιγά ολοένα και περισσότερες μορφές αγώνα γίνονται αντιληπτές και νοηματοδοτούνται μέσα από την οριακή σημειολογία της σχέσης Φίλος/Εχθρός, και συγκεκριμένα μέσα από την πιο ακραία της πραγμάτωση, αυτή της ένοπλης αντιπαράθεσης[134], η οποία απαιτεί αντίστοιχα οριακή, ήτοι στρατιωτική διαχείριση. Οι επαναλαμβανόμενες χρήσεις αυτού του πιο στρατιωτικοποιημένου τμήματος της αστυνομίας για υποθέσεις που άλλοτε θα μπορούσαν να συνιστούν αντικείμενο ακόμη και πολιτικών διαπραγματεύσεων, καταδεικνύει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο πως η κρίση κουβαλάει μαζί της και μία ολόκληρη συνάρθρωση νοηματικο-ποινικο-στρατιωτικών μηχανισμών, η καθημερινότητα και οι επαναλαμβανόμενες δημόσιες ενεργοποιήσεις των οποίων της εξασφαλίζουν επιτελεστικά το κύρος του κανονικού και του φυσιολογικού. Αυτό που μέχρι χθες αντλούσε το νόημα και το δίκαιό του από την ιστορία και τις κατακτήσεις των πολιτικών και κοινωνικών αγώνων –μια άντληση δικαιωματική και, εν πολλοίς, δημόσια αναγνωρισμένη ως τέτοια ακόμα και από τους εχθρούς της– σήμερα καλείται να αποχαρακτηριστεί βίαια και να πάρει όπως-όπως τη θέση του μέσα στο νέο ευέλικτο ποινικό συγκείμενο της κρίσης. Ο βίαιος αυτός αποχαρακτηρισμός συνιστά μία μόνο από τις μορφές που λαμβάνει η έκτακτη ανάγκη ως εκπαιδευτική διαδικασία. Και όπως, άλλωστε, τονίζει ο Roger Dadoun, η θεμελιώδης ανθρωπολογική λειτουργία της εκπαίδευσης είναι «να πραγματεύεται τη βία, να διαπραγματεύεται με τη βία...».[135] Το ίδιο θα υποστηρίζαμε και για το χαρακτήρα της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας, αφήνοντας έναν από τους συμβούλους του σημερινού πρωθυπουργού να το διατυπώσει με ακρίβεια: «το μονοπώλιο της βίας ανήκει μόνο στο δημοκρατικό κράτος και θα σας αλλάξουμε τα φώτα».[136]

 

του Χρήστου Φιλιππίδη


Σημειώσεις
[1]: Βλ. Žižek Slavoj, Βία – Έξι Λοξοί Στοχασμοί, Scripta, Αθήνα 2010, σελ.9

[2]: Ό.π.

[3]: Ό.π., σελ.9,10

[4]: Agamben Giorgio, Βιοπολιτική: η συνέντευξη στην ΕΤ3. Πρόκειται για τη συνέντευξη που δόθηκε στον Άκη Γαβριηλίδη στα πλαίσια της εκπομπής Τόποι Ζωής, Tόποι Iδεών. Διαθέσιμη στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://nomadicuniversality.wordpress.com/2012/08/15/%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CE%BC%CF%80%CE%B5%CE%BD-%CE%B7-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B5%CF%843-%CF%80%CE%BB%CE%AE%CF%81%CE%B5%CF%82/

[5]: Ό.π.

[6]: Βλ. σχετικά την πολύ συμπυκνωμένη και ουσιαστική σύνοψη της σκέψης του Austin από την Jenny Thomas, στο δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο Speech Acts του βιβλίου της Meaning in Interaction: An Introduction to Pragmatics, Longman, London 1995. Εδώ, χρησιμοποιείται η μετάφραση και προσαρμογή του κεφαλαίου στα ελληνικά από τον Κ. Κανάκη. Διαθέσιμη στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.aegean.gr/social-anthropology/canakis/Courses%20offered/Pragmatics/Speech%20Acts-J.Thomas.htm

[7]: Ό.π.

[8]: Αυτό, ακριβώς, εννοεί ο Austin μέσα από τον τίτλο How to Do Things With Words των διαλέξεών του στο Πανεπιστήμιο του Harvard το 1955.

[9]: Οφείλουμε, πάντως, να επισημάνουμε σε αυτό το σημείο πως τα εκφωνήματα αυτά δε χαρακτηρίζονται από μια γενική αυτάρκεια, μιας και εξαρτώνται άμεσα από τα εκάστοτε πολιτισμικά συγκείμενα τα οποία νομιμοποιούν τα εκφωνήματα αυτά να έχουν ακριβώς τη συγκεκριμένη επιτελεστική ισχύ. Βλ. σχετικά Thomas, ό.π. και Deleuze Gilles & Guattari Felix, A Thousand Plateaus – Capitalism and Schizophrenia, μτφρ. Brian Massumi, University of Minnesota Press, Minneapolis & London 2005, σελ.82

[10]: Deleuze & Guattari, ό.π., σελ.78

[11]: Ό.π., σελ.76,79

[12]: Ό.π., σελ.524

[13]: Ό.π., σελ.80

[14]: Ό.π., σελ.76

[15]: Βλ. σχετικά Agamben Giorgio, Homo Sacer – Κυρίαρχη Εξουσία και Γυμνή Ζωή, μτφρ. Παναγιώτης Τσιαμούρας, Scripta, Αθήνα 2005, σελ.195

[16]: Βλ. το κείμενο της Αθηνάς Αθανασίου Gender Trouble: Η φεμινιστική θεωρία και πολιτική μετά την αποδόμηση της ταυτότητας, στο Αθανασίου Αθηνά, Ζωή στο Όριο – Δοκίμια για το σώμα, το φύλο και τη βιοπολιτική, Εκκρεμές, Αθήνα 2007, σελ.205

[17]: Butler Judith, Παραστασιακές Επιτελέσεις και Συγκρότηση του Φύλου: Δοκίμιο πάνω στη φαινομενολογία και τη φεμινιστική θεωρία, στο Αθανασίου Αθηνά (επιμ.), Φεμινιστική Θεωρία και Πολιτισμική Κριτική, μτφρ. Μαργαρίτα Μηλιώρη, Νήσος, Αθήνα 2006, σελ.382

[18]: Ό.π., σελ.395

[19]: Ό.π., σελ.398

[20]: Μπάτλερ Τζούντιθ, Επιτελεστική Πολιτική και Κριτική της Κρατικής Βίας, μτφρ. Μιχάλης Λαλιώτης, στο Αθανασίου Αθηνά (επιμ.), Επιτελεστικότητα και Επισφάλεια – Η Τζούντιθ Μπάτλερ στην Αθήνα, Νήσος, Αθήνα 2011, σελ.38. Πρόκειται για την τρίτη Ετήσια Διάλεξηστη μνήμη του Νίκου Πουλαντζά που έλαβε χώρα στις 16 Δεκεμβρίου 2009 στο Ινστιτούτο Goethe στην Αθήνα.

[21]: Μπάτλερ Τζούντιθ, Από την Επιτελεστικότητα στην Επισφάλεια, μτφρ. Άκης Γαβριηλίδης, στο Αθανασίου (επιμ.), Επιτελεστικότητα και Επισφάλεια, ό.π., σελ.65. Πρόκειται για διάλεξη που έλαβε χώρα στις 17 Δεκεμβρίου 2009 στο Πάντειο Πανεπιστήμιο στην Αθήνα.

[22]: Ό.π., σελ.75

[23]: Αθανασίου Αθηνά, Η Κρίση ως «Κατάσταση Έκτακτης Ανάγκης» - Κριτικές και αντιστάσεις, Σαββάλας, Αθήνα 2012, σελ.84

[24]: Ό.π, σελ.88

[25]: Agamben Giorgio, Κατάσταση Εξαίρεσης – Όταν η έκτακτη ανάγκη μετατρέπει την εξαίρεση σε κανόνα, μτφρ. Μαρία Οικονομίδου, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2007, σελ.36,46. Ο Agamben γράφει χαρακτηριστικά: «Σύμφωνα με ένα λατινικό απόφθεγμα που επιβεβαιώνεται επίμονα [...], necessitas legem non habet, η ανάγκη νόμους δε γνωρίζει, που μπορεί να ερμηνευθεί με δύο τελείως διαφορετικούς τρόπους: “η ανάγκη δεν αναγνωρίζει κανένα νόμο” και “η ανάγκη δημιουργεί τους δικούς της νόμους” [...]. Εντούτοις, και στις δύο περιπτώσεις, η θεωρία της κατάστασης εξαίρεσης μετασχηματίζεται πλήρως σε θεωρία του status necessitatis...».

[26]: Βλ. εδώ τον περίφημο ορισμό του Carl Schmitt για τον κυρίαρχο, στο Schmitt Carl, Πολιτική Θεολογία – Τέσσερα κεφάλαια γύρω από τη διδασκαλία της κυριαρχίας, μτφρ.-σημειώσεις-επιλεγόμενα Παναγιώτης Κονδύλης, Λεβιάθαν, Αθήνα 1994, σελ.17

[27]: Agamben, Κατάσταση Εξαίρεσης, ό.π., σελ.71

[28]: Ας μην ξεχνάμε πως αυτή η έκθεση-στη-γλώσσα είχε διατυπωθεί παραδειγματικά από τον Agamben, στο βιβλίο του Η Κοινότητα που Έρχεται, όταν έγραφε πως «η έκθεση είναι μία καθαρή σχέση με τη γλώσσα την ίδια, με το γεγονός της. Είναι αυτό που συμβαίνει σε κάποιο πράγμα (ή ακριβέστερα, είναι το λαμβάνειν-χώρα ενός πράγματος) εξαιτίας του ότι είναι σε σχέση με την γλώσσα, του γεγονότος ότι λέγεται-πως-είναι». Βλ. Agamben Giorgio, Η Κοινότητα που Έρχεται, μτφρ. Θάνος Ζαρταλούδης, Ίνδικτος, Αθήνα 2007, σελ.136. Ουσιαστικά, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως αυτό που ο Agamben αποκαλεί έκθεση αντιστοιχεί και ανήκει στο πεδίο της επιτελεστικότητας, έτσι όπως αυτό υποδείχθηκε από την Butler. Αμφότεροι επιλέγουν να κρατήσουν αποστάσεις από τις ουσιοκρατικές εννοιολογήσεις του υποκειμένου, προτιμώντας, αντίθετα, να διερωτηθούν πάνω στους ρευστούς καθημερινούς τρόπους-του-είναι και στο πώς η γλώσσα και οι συμβολικές σχέσεις εμπλέκονται στην κοινωνική τους αναγνω(ρι)σιμότητα. «Οι ιδιότητές μου και το είναι-τέτοιο μου δεν είναι προσδιορισμοί μίας ουσίας (ενός υποκειμένου) που παραμένουν από πίσω της και οι οποίοι συνθέτουν το αληθινό μου είναι. Δεν είμαι ποτέ αυτό ή εκείνο, αλλά πάντα τέτοιος, τοιουτοτρόπως. [...] Όχι κατοχή, αλλά όριο, όχι προϋπόθεση, αλλά έκθεση», γράφει ο Agamben. Ό.π.. «Το φύλο δεν αποτελεί επ' ουδενί μια σταθερή ταυτότητα» [...] είναι, αντίθετα, μια ταυτότητα που συγκροτείται με κοπιώδεις διαδικασίες μέσα στο χρόνο – μια ταυτότητα που εγκαθιδρύεται μέσα από μια υφολογικά τυποποιημένη επανάληψη πράξεων», γράφει η Butler.

[29]: Agamben, Κατάσταση Εξαίρεσης, ό.π., σελ.71

[30]: Agamben, Η Κοινότητα που Έρχεται, ό.π., σελ.73

[31]: Βλ. την 28η υποσημείωση του μέρους I.

[32]: Βλ. το κεφάλαιο με τίτλο Παράδειγμα, Ό.π., σελ.72-74, και το κεφάλαιο με τίτλο What Is a Paradigm? στο Agamben Giorgio, The Signature of All Things – On Method, μτφρ. Luca D' Isanto και Kevin Attell, Zone Books, New York 2009, σελ.9-32

[33]: Agamben, The Signature of All Things, ό.π., σελ.9

[34]: Ό.π., σελ.18,20

[35]: Ό.π., σελ.23

[36]: Ό.π., σελ.18,23

[37]: Ό.π., σελ.9,31. Ο Agamben γράφει πως σκοπός της χρήσης των παραδειγμάτων στο έργο του «...ήταν να κάνει πιο κατανοήσιμο ένα σύνολο φαινομένων των οποίων η συγγένεια είχε διαφύγει ή θα μπορούσε να διαφύγει της ματιάς του ιστορικού». Παρ΄ όλα αυτά, και έπειτα από κριτικές που έχει δεχτεί αναφορικά με τη χρήση των παραδειγμάτων και τις ιστορικές τους προεκτάσεις, ο Ιταλός φιλόσοφος έσπευσε να δηλώσει: «...δεν είμαι ιστορικός. Δουλεύω με παραδείγματα και το παράδειγμα είναι κάτι σαν υπόδειγμα, ένα ιστορικά μοναδικό φαινόμενο», βλ. τη συνέντευξη με τίτλο Ζωή, Έργο Τέχνης Χωρίς Συγγραφέα: Η κατάσταση εξαίρεσης, η διαχείριση της αταξίας και η ιδιωτική ζωή, που δόθηκε στον Ulrich Raulff, για λογαριασμό του German Law Journal, στο Agamben Giorgio, Η Εξαίρεση και οι Κανόνες, μτφρ. Παναγιώτης Καλαμαράς, Άρθρο 46, Αθήνα 2005, σελ.6. Για κριτικές στις παραδειγματικές χρήσεις του Agamben βλ. de la Durantaye Leland, Giorgio Agamben – A Critical Introduction, Stanford University Press, Stanford, California 2009, σελ.220,221,243,246

[38]: Ο Agamben γράφει χαρακτηριστικά: «Εδώ, δεν έχουμε να κάνουμε με ένα σημαίνον που επεκτείνεται με σκοπό να προσδιορίσει ετερογενή φαινόμενα εξαιτίας της ίδιας σημασιολογικής δομής», στο Agamben, The Signature of All Things, ό.π., σελ.18. Επιστρέφουμε, λοιπόν, με έναν παράδοξο τρόπο στις γλωσσολογικές υποδείξεις που μας εισήγαγαν, παραπάνω, στην έννοια της επιτελεστικότητας και της πραγματολογίας και οι οποίες, για να θυμίσουμε, διεκδίκησαν το νόημά τους μέσα από κάποιες αντίστοιχες εκτροπές της αυστηρής σημασιολογικής λειτουργίας.

[39]: Chalmers Alan A., Τι Είναι Αυτό που το Λέμε Επιστήμη;, μτφρ. Γιώργος Φουρτούνης, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1994, σελ.140

[40]: Ό.π., σελ.142

[41]: Ό.π.

[42]: Ό.π.

[43]: Ό.π., σελ.143

[44]: Ό.π.

[45]: Ό.π., σελ.158

[46]: «Η πρώτη ερμηνεία του “παραδείγματος”...», γράφει ο Agamben, «...προσδιορίζει τις κοινές κατακτήσεις των μελών μιας συγκεκριμένης επιστημονικής κοινότητας, ήτοι το σύνολο τεχνικών, μοντέλων, και αξιών στο οποίο, λίγο-πολύ, τα μέλη αυτά εμμένουν συνειδητά», Agamben, The Signature of All Things, ό.π., σελ.11. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε πως ο όρος disciplinary, διατηρώντας στενή σχέση με αυτό που αποκαλείται «ακαδημαϊκή πειθαρχία», μπορεί να μεταφραστεί και ως πειθαρχική. Επομένως, ο όρος disciplinary matrix μπορεί να αποδοθεί είτε ως κλαδική είτε ως πειθαρχική μήτρα.

[47]: Ό.π.

[48]: Ό.π.

[49]: Chalmers, ό.π., σελ.51. Βλ. επίσης σελ.52,187

[50]: Ό.π., σελ.156

[51]: Ο Chalmers, μάλιστα, υποστηρίζει αναφορικά με τη σχέση θεωρίας και παρατήρησης πως κατά τη διάρκεια ενός πειράματος, και μέσα στον τεράστιο όγκο της σχετικής και μη πληροφορίας που υπάρχει μέσα στον κόσμο που περιβάλλει τον ερευνητή, είθισται να καταγράφονται μονάχα οι παρατηρήσεις που θεωρούνται σχετικές με τον έλεγχο ή τη διασάφηση κάποιας θεωρίας, περιγράφοντας με αυτό τον τρόπο την ισχυρή εξάρτηση του πειράματος και της παρατήρησης από την ίδια τη θεωρία. Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να φανταστούμε μια παρατήρηση, που αν και επαναλαμβάνεται με συνέπεια κατά τη διάρκεια ενός πειράματος, εν τούτοις να μη σχετίζεται με τη θεωρία την οποία επιθυμούμε να ελέγξουμε και επομένως να μην είναι σε θέση να εργαστεί ούτε για την ενίσχυση της συνοχής ενός παραδείγματος ούτε για τη ριζική του αμφισβήτηση. Να παραμένει, δηλαδή, εντελώς ασυσχέτιστη. Βλ. σχετικά Ό.π., σελ.50-51. Πλάι στην επίδραση της θεωρίας δε θα έπρεπε κανείς να αγνοήσει και την επιρροή που ασκούν οι «γενικές μεταφυσικές αρχές που διέπουν την επιστημονική εργασία» στα πλαίσια του παραδείγματος. Και ας θυμηθούμε, εδώ, για να επιστρέψουμε για λίγο στη γλώσσα, την αντίστοιχη εξάρτηση της πραγματολογικής ισχύος των εκφωνημάτων από τα διαφορετικά πολιτισμικά συγκείμενα, έτσι όπως αυτή διατυπώθηκε στην 9η υποσημείωση.
[52]: Το εν λόγω άρθρο συντάχθηκε την περίοδο Απριλίου-Ιουνίου 2013. Από τότε η ελληνική αστυνομία προχώρησε σε ένα νέο κύμα εκκενώσεων και εισβολών. Στις 5 Αυγούστου εκκενώθηκαν τρεις κατειλημμένοι χώροι στην Πάτρα (Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι ΤΕΙ - Ν. Γύζη 33, Μαραγκοπούλειο και Παράρτημα), στις 21 Αυγούστου δυνάμεις των ΜΑΤ εισέβαλαν για «έρευνα» στο Αυτοδιαχειριζόμενο Στέκι Αρχιτεκτονικής και στο στέκι της Carthago, που στεγάζονται σε κτίριο της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Ε.Μ.Π., στις 29 Αυγούστου εκκενώθηκε η κατάληψη Αντιβίωση στα Γιάννενα, ενώ στις 2 Σεπτεμβρίου η ΕΛ.ΑΣ εκκένωσε την κατάληψη Ορφανοτροφείου στη Θεσσαλονίκη.

[53]: Αξίζει να προσθέσουμε, εδώ, ένα σχόλιο πάνω στη φράση «λαμβάνω χώρα» αναφορικά με τη διπλή της σημασία. Η ερμηνεία αυτής της φράσης είναι ταυτόσημη της έννοιας του συμβαίνω. Αν, όμως, δοκιμάζαμε μια ετυμολογική ανάγνωση της φράσης στη βάση της αρχαιοελληνικής χρήσης των δύο όρων από τους οποίους συντίθεται, τότε η φράση αυτή θα μπορούσε και να σημαίνει καταλαμβάνω χώρο. Στο παράδειγμα που μας ενδιαφέρει, και οι δύο σημασίες διατηρούν το νόημά τους. Τόσο ως υπενθύμιση του επιτελεστικού δυναμικού των παραπάνω επιχειρήσεων, όσο και ως επικαιροποίηση της σημασίας του χώρου (και δη του δημόσιου) για τις ανάγκες αντίληψης όχι μόνο των επιχειρήσεων αυτών αλλά και της πράξης εν γένει.

[54]: Βλ. χαρακτηριστικά το άρθρο του Διονύση Βυθούλκα, «Σύσκεψη Χρυσοχοΐδη με Δημάρχους – Μηδενική ανοχή και κοινωνική συνοχή», εφημερίδα Το Βήμα, 9 Ιανουαρίου 2010, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=308437. Το άρθρο της εφημερίδας Ναυτεμπορική με τίτλο «Μ. Χρυσοχοΐδης: Μηδενική ανοχή στην ανομία, κοινωνική συνοχή και κοινωνική δικαιοσύνη», στις 8 Ιανουαρίου 2010, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.naftemporiki.gr/audio/429132 και το άρθρο του Κώστα Τομαρά με τίτλο «Θα βάλουμε τέλος στην ανομία», εφημερίδα Το Έθνος, 9 Οκτωβρίου 2009, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11424&subid=2&pubid=6898843.

[55]: Φουκώ Μισέλ, Επιτήρηση και Τιμωρία – Η Γέννηση της Φυλακής, μτφρ. Καίτη Χατζηδήμου & Ιουλιέττα Ράλλη, εκδόσεις Ράππα, Αθήνα 1976, σελ.359-365

[56]: Βλ. σχετικά Γαβριηλίδης Άκης, Οι Καθηγητές του Τίποτα – Η Αντι-εξέγερση ως Πολιτική Επιστήμη, περιοδικό Θέσεις, τεύχος 113, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2010. Στο εν λόγω τεύχος φιλοξενείται το πρώτο μέρος του άρθρου. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1125&Itemid=29.

[57]: Βλ. Kilcullen David J., Counterinsurgency, Oxford University Press, Oxford & New York 2010, σελ.6,37,187-190

[58]: Η παράδοση αυτή φαίνεται να ξεκινά μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, όπου παρατηρείται μία έξαρση των «περιφερειακών» πολέμων, κυρίως με εθνικοαπελευθερωτικά χαρακτηριστικά. Στη βάση των νέων δεδομένων που διαμόρφωναν αυτές οι συγκρούσεις, συγκροτήθηκε ένας νέος κλάδος στρατιωτικής θεωρίας και πρακτικής που αντιστοιχεί σε αυτό που αποκαλούμε αντι-εξέγερση. Από τότε, παρατηρείται μία έντονη παραγωγή λόγου, η οποία δεν περιορίζεται μόνο σε εγχειρίδια πεδίου (field manuals) και χαρτογραφήσεις των επιμέρους επιχειρήσεων, αλλά περιλαμβάνει και απόπειρες επανα-εννοιολόγησης της ένοπλης αντιπαράθεσης στη βάση των μετασχηματισμών που συνέβαιναν στο πεδίο του πολεμικού δικαίου. Έτσι, πλάι σε θεμελιωτές της αντι-εξέγερσης όπως οι Roger Trinquier, Frank Kitson και David Galula, και υπό το φως των νέων δεδομένων που επέβαλλαν οι τέσσερις Συνθήκες της Γενεύης του 1949, μπορεί κανείς να διακρίνει το δικαιικό πλαίσιο που διαμορφώνουν οι παρατηρήσεις του εθνικοσοσιαλιστή νομικού Carl Schmitt, όπως αυτό συγκροτείται μέσα από το έργο του Η Θεωρία του Αντάρτη – Παρεμβολή στην έννοια του πολιτικού, μτφρ. Χασιώτη Σίσσυ, Πλέθρον, Αθήνα 1990

[59]: Βλ. US Army Field Manual 3-24: Counterinsurgency, 15 Dec 2006, σελ.5-2, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.fas.org/irp/doddir/army/fm3-24.pdf. Βλ. επίσης, Long Austin, On “Other War” – Lessons from Five Decades of RAND Counterinsurgency Research, RAND Corporation, Santa Monica CA 2006, σελ.52-55,71-73, αναφορικά με την έννοια της ειρήνευσης (pacification) και τη σχέση της με την ασφάλεια και την ανάπτυξη. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.rand.org/content/dam/rand/pubs/monographs/2006/RAND_MG482.pdf.
Βλ. τέλος, Kilcullen, ό.π., σελ.10,225 και Petraeus David H., Learning Counterinsurgency: Observations from Soldiering in Iraq, Military Review, January-February 2006 διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.army.mil/professionalwriting/volumes/volume4/april_2006/4_06_2.html.

[60]: FM3-24, ό.π., σελ.5-6

[61]: Ό.π., σελ.5-14

[62]: Ό.π., σελ. 5-17

[63]: Σε καμιά περίπτωση δε συνιστά πρόθεση του παρόντος άρθρου να σχολιάσει την επικαιρότητα μέσα από μία εθνικο-απελευθερωτική σκοπιά. Αντιθέτως, διάκειται απολύτως εχθρικά απέναντι στην οποιαδήποτε προσπάθεια να ενταχθούν οι πολιτικές διεκδικήσεις που παράγει η κρίση σε ένα ενοποιητικό πλαίσιο εθνικής αφήγησης. Μοναδικός στόχος των παρατηρήσεων που διατυπώνονται σε αυτές τις σελίδες είναι η αποσαφήνιση του ιδεολογικού πλαισίου μέσα στο οποίο φαίνεται πως αποκτά το νόημά του το νέο δόγμα δημόσιας τάξης, και η επισήμανση των στοιχείων εκείνων που αντικατοπτρίζουν βασικά χαρακτηριστικά της θεωρίας και της πρακτικής της αντι-εξέγερσης.

[64]: Δεν είναι τυχαίο πως μέσα σε αυτό το περιβάλλον της έκτακτης ανάγκης πραγματοποιήθηκε στις αρχές Μαρτίου η πρώτη διεθνής έκθεση για ζητήματα ασφάλειας και προστασίας στην Ελλάδα, αποδεικνύοντας πως το πεδίο που διαμορφώνει η οικονομική κρίση προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία για τη γκάμα προϊόντων και υπηρεσιών που παράγει η βιομηχανία της ασφάλειας. Ούτε εκπλήσσουν οι φημολογίες που από τις αρχές Φεβρουαρίου του 2013 αναφέρονται σε συμφωνία της ελληνικής κυβέρνησης με την ιδιωτική στρατιωτική εταιρεία Academi (πρώην Blackwater) για τις ανάγκες φύλαξης του κοινοβουλίου. Βλ. σχετικά το άρθρο “Leonidas Chrysanthopoulos: Blackwater will protect the Greek Parliament”, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://bg-daily-news.eu/world/346-leonidas-chrysanthopoulos-the-greek-government-seek-protection-from-us

[65]: Kilcullen, ό.π., σελ.11

[66]: Το τοπίο της έκτακτης ανάγκης ολοκληρώνει η εντατικοποίηση διαδικασιών που άλλοτε περιορίζονταν στα περιθώρια της νομοθετικής λειτουργίας ή εκδηλώνονταν ως ακραίες εκδοχές της εφαρμογής του νόμου. Χαρακτηριστικά παραδείγματα συνιστούν η μαζική ψήφιση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου με τη διαδικασία του κατ' επείγοντος, και η όλο και συχνότερη χρήση του μέσου της πολιτικής επιστράτευσης. Η τελευταία παρέχεται ως δυνατότητα, καταρχάς, μέσα από την εφαρμογή του Νομοθετικού Διατάγματος 17/1974 «Περί Πολιτικής Σχεδιάσεως Εκτάκτου Ανάγκης», κατά δεύτερον μέσα από το Άρθρο 41 του Ν.3536/2007, με το χαρακτηριστικό τίτλο «Ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών σε περίοδο ειρήνης», το οποίο επικαλείται, μάλιστα, λόγους δημόσιας τάξης και δημόσιας υγείας.

[67]: Η διαπλοκή αστυνομικών και στρατιωτικών δυνάμεων είναι ξεκάθαρα διατυπωμένη, από παλιά, μέσα στην επίμαχη συζήτηση για την αντι-εξέγερση. Βλ., για παράδειγμα, το κεφάλαιο Developing Host-Nation Security Forces, στο FM 3-24, ό.π., σελ.6-1 – 6-22 και το κεφάλαιο Direct Action on the Populations of Cities, in Trinquier Roger, Modern Warfare – A French View of Counterinsurgency, μτφρ. Daniel Lee, Praeger Security International, Connecticut & London 2006, σελ.37-42. Ως προς αυτή τη διαπλοκή είναι απόλυτα σχετική και η δειλή αλλά κρίσιμη είσοδος της 71ης Αερομεταφερόμενης Ταξιαρχίας (Brigade) του Κιλκίς στη δημόσια συζήτηση, η οποία ειδικεύεται τόσο σε επιχειρήσεις καταστολής πλήθους όσο και σε αστικές επιχειρήσεις. Μάλιστα, η παρουσία της αυτή δεν περιορίστηκε μόνο στη μηντιακή σφαίρα, μιας και η εν λόγω μονάδα κλήθηκε να αναλάβει καθήκοντα περιφρούρησης της στρατιωτικής παρέλασης της 28ης Οκτωβρίου 2012, στην πόλη της Θεσσαλονίκης, επισημοποιώντας, έτσι, την εισβολή της στο δημόσιο χώρο. Βλ. σχετικά τα άρθρα «Ο Καράμπελας λέει όχι στον στρατό-αστυνομία, αλλά κυβερνητικοί επιμένουν: “Η ΕΛ.ΑΣ. δεν μπορεί μόνη”» και «71η Ταξιαρχία: Η σούπερ-δύναμη που θέλουν να την κάνουν ΜΑΤ», διαθέσιμα στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις http://bloko.gr/enoples-dynameis/o-karampelas-leei-oxi-ston-strato-astynomia-alla-kybernhtikoi-epimenoyn-h-elas-den-mporei-monh.html και http://bloko.gr/enoples-dynameis/binteo-71h-taksiarxia-h-soyper-dynamh-poy-theloyn-na-thn-kanoynmat.html αντίστοιχα.  

[68]: Βλ. το ομώνυμο άρθρο της Φωτεινής Στεφανοπούλου στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.tanea.gr/news/greece/article/5001818/katadromiko-tromokratiko-xtyphma-stis-ependyseis/

[69]: Βλ. το άρθρο της Χρύσας Λιάγγου με τίτλο «Σχοινοβατούν πλέον οι ξένες επενδύσεις στα μεταλλεία χρυσού», εφημερίδα Καθημερινή, 24 Μαρτίου 2013, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_2_24/03/2013_515169. Βλ. επίσης το άρθρο κάποιου ανώνυμου «ειδικού συνεργάτη» με τίτλο «Οι Σκουριές ήταν μόνο η αρχή... “Πρόβα πολέμου” για τις αρχές η επιχείρηση “κομάντο” στη Χαλκιδική - Φοβούνται απαγωγές και δολοφονίες πολιτικών, επιχειρηματιών και αστυνομικών», εφημερίδα Το Βήμα, 20 Φεβρουαρίου 2013, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=499044

[70]: Βλ. τη συνέντευξη του Δένδια στον Γιάννη Σουλιώτη με τίτλο «Περιμέναμε τρομοκρατική επίθεση από το Νοέμβριο», εφημερίδα Καθημερινή, 20 Ιανουαρίου 2013, διαθέσιμη στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_2_20/01/2013_508566

[71]: Διατύπωση του Γερμανού συνταγματολόγου Kurt Wolzendorff περί του καθήκοντος του «αμιγούς κράτους», όπως παρατίθεται στην Πολιτική Θεολογία του Schmitt. Βλ. Schmitt, Πολιτική Θεολογία, ό.π., σελ.49

[72]: Η στρατιωτικοποίηση της διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών στην Ελλάδα αποτελεί ένα κλασικό παράδειγμα κατασκευής πειραματικού πεδίου. Για τη νομιμοποίησή του επιστρατεύθηκε, πρώτα απ' όλα, ένας οριακός μεταφορικός λόγος αρθρωμένος γύρω από τον άξονα «εχθρός – εισβολή – κατάληψη», ο οποίος, στην συνέχεια, προσέφερε τα ιδεολογικά προαπαιτούμενα, έτσι ώστε οι μαζικές αντι-μεταναστευτικές επιχειρήσεις να προσγειωθούν στη δημόσια σφαίρα ως ένα αυταπόδεικτο μαθηματικό πρόβλημα.

[73]: Ο Γερμανός θεωρητικός του δικαίου Günther Jakobs, εισάγοντας την έννοια του Ποινικού Δικαίου του Εχθρού –   μία έννοια που έχει αρχίσει να ασκεί υπόρρητη αλλά σημαντική επιρροή στη δικαιική σκέψη – και περιγράφοντας τις δυνατότητες που προσφέρονται μέσα απ' αυτό, καταρχάς στο νομοθέτη, υποστηρίζει πως όταν η δικαιοσύνη έχει να αντιμετωπίσει άτομα για τα οποία «…εικάζεται ότι διαρκώς, και πάντως με αποφασιστικό τρόπο, αποκλίνουν από το Δίκαιο, συνεπώς δεν παρέχουν καμία γνωστική εγγύηση που είναι απαραίτητη για να αντιμετωπισθούν ως πρόσωπα», τότε «Η αντίδραση του Δικαίου σε μια τέτοια μορφή εγκληματικότητας σφραγίζεται από το γεγονός ότι αυτό δεν ενδιαφέρεται προεχόντως για την αποκατάσταση της βλάβης που υπέστη η ισχύς του κανόνα Δικαίου, αλλά για την εξάλειψη του κινδύνου». Βλ. Jakobs Günther, Το Ποινικό Δίκαιο του Πολίτη και το Ποινικό Δίκαιο του Εχθρού, Ποινική Δικαιοσύνη, 7/2005, (Έτος 8ο), σελ.873

[74]: Βλ. τη συνέντευξη του Δένδια που δόθηκε στις 28 Απριλίου 2013 στο Αθηναϊκό - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, διαθέσιμη στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.minocp.gov.gr/index.php?option=ozo_content&perform=view&id=4602&Itemid=570&lang=.

[75]: Κονδύλης Παναγιώτης, Θεωρία του Πολέμου, Θεμέλιο, Αθήνα 1999, σελ.353. Όπως γράφει, άλλωστε, η εφημερίδα Ημερησία «Ο υπουργός Δημόσιας Τάξης παρουσίασε, περαιτέρω, την εξελισσόμενη προσπάθεια αναδιοργάνωσης της Ελληνικής Αστυνομίας, με στόχο η τελευταία να απαγκιστρωθεί από το στατικό μοντέλο της δεκαετίας του 1980, που δεν ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ανάγκες, όπως επισήμανε, να αποκτήσει νέα οργανωτική δομή, να γίνει πιο κινητική και να αξιοποιήσει νέες δυνατότητες στους τομείς της εγκληματολογικής έρευνας, της συλλογής και διάθεσης πληροφοριών». Βλ. το άρθρο με τίτλο «Στα Επιχειρησιακά Κέντρα του FBI και της Αστυνομίας της Νέας Υόρκης ο Δένδιας», εφημερίδα Ημερησία, 27 Απριλίου 2013. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=26509&subid=2&pubid=113033936.

[76]: Βλ. το άρθρο του Βασίλη Λαμπρόπουλου «Αστυνομικοί κομάντος για τις... μάχες με τα Καλάσνικοφ – Ανοιχτή γραμμή Δένδια με Τζουλιάνι και Μπράιτον, που “καθάρισαν” τη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του ’90», εφημερίδα Το Βήμα, 26 Αυγούστου 2012, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.tovima.gr/society/article/?aid=471987

[77]: Βλ. σχετικά το άρθρο του Economist της 1ης Απριλίου 1999, με τον τίτλο “The dark side of zero tolerance”, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.economist.com/node/195184 και το άρθρο των New York Times, στις 28 Απριλίου 2012, με τον τίτλο “The Human Cost of 'Zero Tolerance'”, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.nytimes.com/2012/04/29/opinion/sunday/the-cost-of-zero-tolerance.html

[78]: Βλ. ενδεικτικά το άρθρο του Αμερικανού εγκληματολόγου Randall G. Shelden, Assessing “Broken Windows”: A Brief Critique, Center of Juvenile and Criminal Justice. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://198.170.117.218/pdf/broken.pdf

[79]: Βλ. τη συνέντευξη «Περιμέναμε τρομοκρατική επίθεση από το Νοέμβριο», ό.π.

[80]: Βλ. το άρθρο «Αστυνομικοί κομάντος για τις... μάχες με τα Καλάσνικοφ», ό.π.

[81]: Βλ. το άρθρο «Με εντολή Σαμαρά η εκκένωση της κατάληψης ΔΕΛΤΑ!», διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.alterthess.gr/content/me-entoli-samara-i-ekkenosi-tis-katalipsis-delta.

[82]: Βλ. το Δελτίο Τύπου της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Θεσσαλονίκης της 12ης Σεπτεμβρίου 2012, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.astynomia.gr/index.php?option=ozo_content&lang=%27..%27&perform=view&id=19898&Itemid=973&lang=. Βλ. επίσης, τον ιστότοπο της κατάληψης http://delta.squat.gr/

[83]: Βλ. το Δελτίο Τύπου της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής της 9ης Ιανουαρίου 2013, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.astynomia.gr/index.php?option=ozo_content&lang=%27..%27&perform=view&id=23740&Itemid=1028&lang=. Βλ. επίσης, τις ανακοινώσεις της κατάληψης στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://villa-amalias.blogspot.gr/2013_01_01_archive.html

[84]: Βλ. το Δελτίο Τύπου της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής της 9ης Ιανουαρίου 2013, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.astynomia.gr/index.php?option=ozo_content&lang=%27..%27&perform=view&id=23749&Itemid=1028&lang=. Βλ. επίσης, την ανακοίνωση της κατάληψης στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://pat61.squat.gr/2013/01/7582/

[85]: Βλ. το άρθρο του Διονύση Βυθούλκα «Ανακατάληψη της “Λέλας Καραγιάννη” στην Κυψέλη», εφημερίδα Το Βήμα, 15 Ιανουαρίου 2013, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.tovima.gr/society/article/?aid=493097. Βλ. επίσης, την ανακοίνωση της κατάληψης στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://squathost.com/lelas_k/gr/anak_17j.htm

[86]: Chalmers, ό.π., σελ.155

[87]: Βλ. Weizman Eyal, Lethal Theory, LOG Magazine, no.7, Spring 2006, σελ.59. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.scribd.com/doc/57693125/Eyal-Weizman-Lethal-Theory. Βλ. επίσης το Weizman Eyal, The Art of War, Frieze Magazine, Issue 99, May 2006, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.frieze.com/issue/article/the_art_of_war/.

[88]: Zweibelson Ben, Breaking Barriers to Deeper Understanding: How Post-Modern Concepts Are “Value-Added” to Military Conceptual Planning Considerations, Small Wars Journal, September 21, 2011, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://smallwarsjournal.com/jrnl/art/breaking-barriers-to-deeper-understanding-how-post-modern-concepts-are-%E2%80%98value-added%E2%80%99-to-mil

[89]: Βλ. τη συνέντευξη με τίτλο «Περιμέναμε τρομοκρατική επίθεση από το Νοέμβριο», ό.π.

[90]: Βλ. US Army Field Manual 3-06: Urban Operations, 26 Oct 2006, p.5-21,5-30,6-18,B-19,Glossary-7, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.fas.org/irp/doddir/army/fm3-06.pdf

[91]: Βλ. τη συνέντευξη του Δένδια στο Αθηναϊκό - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ό.π.

[92]: Βλ. FM 3-24, ό.π., σελ.5-18. Αντίστοιχες συνταγές για τη δημιουργία ενός ενιαίου χώρου ασφάλειας, αν και παραδόξως βασισμένες σε μία αντίληψη διαμερισματοποίησης και χωρικού κατακερματισμού, μπορεί να βρει κανείς σε παλιές κλασικές πηγές της αντιεξέγερσης. Βλ για παράδειγμα, το κεφάλαιο Conducting Counterguerrilla Operations, στο Trinquier, ό.π., σελ.57-74 και το κεφάλαιο Οι Επιχειρήσεις, στο Galula David, Αντεπαναστατικός Πόλεμος – Θεωρία και πρακτική, μτφρ. Δημήτρης Παυλάκης, Οδυσσέας, Αθήνα 2009, σελ.157-192. Βλ. τέλος, Kitson Frank, Low Intensity Operations – Subversion, Insurgency, Peace-keeping, Faber and Faber, London & Boston 1991, σελ.102-131.

[93]: Βλ. τη συνέντευξη του Δένδια στο Αθηναϊκό - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ό.π.

[94]: Ό.π.

[95]: FM 3-06, ό.π., σελ.7-29,8-16

[96]: Graham Stephen, Cities Under Siege – The New Military Urbanism, Verso, London & New York 2010, σελ.85

[97]: Βλ., για παράδειγμα, Naveh Shimon, Between the striated and the smooth. Urban enclaves and fractal maneuvers.  Κείμενο που παρουσιάστηκε στο συνέδριο “An Archipelago of Exception”, Centre for Contemporary Culture, Barcelona, November 11, 2005. Διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση
http://www.publicspace.org/en/text-library/eng/b023-between-the-striated-and-the-smooth-urban-enclaves-and-fractal-maneuvers

[98]: Βλ. την 53η υποσημείωση του μέρους ΙΙΙ

[99]: Βλ. ενδεικτικά το κεφάλαιο Understanding the Urban Environment in US Army Field Manual 3-06, ό.π., και το Glenn Russell W. & Medby Jamison Jo, Streetsmart – Intelligence Preparation of the Battlefield for Urban Operations, RAND Corporation, Santa Monica CA 2002, σελ.29,78-83, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.rand.org/content/dam/rand/pubs/monograph_reports/2007/MR1287.pdf  

[100]: «Η δράση γίνεται γνώση και η γνώση γίνεται δράση», τονίζει ο διευθυντής του Operational Theory Research Institute Shimon Naveh, σε συνέντευξή του στον Eyal Weizman, βλ. Weizman, Lethal Theory, ό.π., σελ.65

[101]: Kitson, ό.π., σελ.21

[102]: Οι πληροφορίες προέρχονται από τον επίσημο ιστότοπο της 71ης ταξιαρχίας. Βλ. http://www.army.gr/structure/eg/dieuthinseis/71am/visit_us.html

[103]: North Atlantic Treaty Organisation/Research and Technology Organisation, Urban Operations in the Year 2020, April 2003, σελ.3, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.dtic.mil/cgi-bin/GetTRDoc?AD=ADA413638. Βλ. επίσης, Hoffman Bruce & Taw Jennifer, The Urbanization of Insurgency, RAND Corporation, Santa Monica CA 1994, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.rand.org/content/dam/rand/pubs/monograph_reports/2005/MR398.pdf

[104]: Βλ. http://www.astynomia.gr/index.php?option=ozo_content&perform=view&id=52&Itemid=43&lang=

[105]: Ας θυμηθούμε, εδώ, πως στις αντίστοιχες παρατηρήσεις του για την ουδέτερη ζώνη της εξαίρεσης στην οποία κατοικεί η φιγούρα της γυμνής ζωής, ο Agamben πραγματεύεται ακριβώς το επίμαχο όριο ανάμεσα στον οίκο (domus) και την πόλη: «αν η κλασική πολιτική γεννιέται μέσω του διαχωρισμού αυτών των δύο σφαιρών, η φονεύσιμη και άθυτη ζωή συνιστά τον αρμό που τις αρθρώνει και το κατώφλι στο οποίο αυτές επικοινωνούν μεταξύ τους και τα μεταξύ τους όρια καθίστανται απροσδιόριστα». Βλ. Agamben, Homo Sacer, ό.π., σελ.146

[106]: Βλ. το δοκίμιο με τον τίτλο Γέφυρα και Πόρτα στη συλλογή κειμένων Περιπλάνηση στη Νεωτερικότητα, μτφρ. Γιώργος Σαγκριώτης & Όλγα Σταθάτου, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2004, σελ.195

[107]: Ο Chalmers, αναφορικά με τις παρατηρησιακές αποφάνσεις που συνοδεύουν τα πειράματα και ευρύτερα τις αντιληπτικές εμπειρίες, τονίζει πως «...συνιστούν δημόσιες οντότητες οι οποίες είναι διατυπωμένες σε δημόσια γλώσσα και οι οποίες ενέχουν θεωρίες, διαφόρων βαθμών γενικότητας και συνθετότητας», στο Chalmers, ό.π., σελ.43

[108]: Klausewitz Karl von, Περί του Πολέμου, μτφρ. Νατάσα Ξεπουλιά, εκδόσεις Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1999, σελ.155

[109]: Glenn Russell W., Paul Christopher, Helmus Todd C., Steinberg Paul, “People Make the City”, Executive Summary – Joint Urban Operations Observations and Insights from Afghanistan and Iraq, RAND Corporation, Santa Monica CA 2007, σελ.1, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.rand.org/content/dam/rand/pubs/monographs/2007/RAND_MG428.2.pdf

[110]: Σύμφωνα με το γλωσσάρι του βιβλίου Πόλεμος και Βιντεοπαιχνίδια – Από τον Σουν Τζου στο Xbox του Ed Halter, τα Massively MultiPlayer Online Games είναι “Παιχνίδια τα οποία μπορούν να φιλοξενούν εκατοντάδες χιλιάδες παίκτες από όλο τον κόσμο συγχρόνως, και τα οποία, κατ' ανάγκην, παίζονται στο Internet. Μπορούν να είναι πολλών ειδών (παιχνίδια ρόλων, first-person shooter, real-time strategy) και οι παίκτες μπορούν να αναπτύσσουν πολλές μορφές ανταγωνισμού και συνεργασίας. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο τους είναι ότι δημιουργούν έναν διαρκή εικονικό κόσμο (persistent world), ο οποίος εξακολουθεί να υπάρχει και να εξελίσσεται ακόμη και όταν κάποιοι παίκτες δεν παίζουν. Βλ. Halter Ed, Πόλεμος και βιντεοπαιχνίδια – Από τον Σουν Τζου στο Xbox, μτφρ. Νεκτάριος Καλαϊτζής, Scripta, Αθήνα 2008, σελ.426.

[111]: Gregory Derek, The Rush to the Intimate – Counterinsurgency and the Cultural Turn, Radical Philosophy, 150, July/August 2008, σελ.16

[112]: Παρατίθεται στο Graham, ό.π., σελ.198

[113]: Peters Ralph, The Human Terrain of Urban Operations, Parameters, U.S. Army War College, Spring 2000, Vol. 30 Issue 1, σελ.4

[114]: Mbembe Achille, Necropolitics, Public Culture, Volume 15, Number 1, Winter 2003, σελ. 24

[115]: Ό.π., σελ.25

[116]: Ό.π., σελ.26

[117]: Glenn, Paul, Helmus, Steinberg, ό.π., σελ.3

[118]: Foucalt Michel, Για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας, μτφρ. Τιττίκα Δημητρούλια, Ψυχογιός, Αθήνα 2002, σελ.132

[119]: Graham Stephen, Foucault’s Boomerang – The New Military Urbanism, in Sorensen Stilhoff Jens and Soderbaum Fredrik (eds.), The End of the Development Security Nexus? The Rise of Global Disaster Management, Development Dialogue, No.58, Uppsala, April 2012, σελ.38

[120]: Ό.π., σελ.39

[121]: Βλ. Graham, Cities Under Siege, ό.π., σελ.xix,86

[122]: Mbembe, ό.π., σελ.26

[123]: Butler Judith, Precarious Life – The powers of mourning and violence, Verso, London & New York 2006, σελ.xx

[124]: Glenn, Paul, Helmus, Steinberg, ό.π., σελ.30

[125]: Βλ. FM 3-24, ό.π., σελ.A-7 και Kilcullen, ό.π., σελ.43

[126]: Foucault, Για την Υπεράσπιση της Κοινωνίας, ό.π., σελ.46. Η θέση αυτή αποδίδεται στην αγγλική μετάφραση πολύ πιο εύστοχα: “The individual is not [...] power's opposite number; the individual is one of power's first effects”, βλ. Foucault Michel, Society Must Be Defended – Lectures at the Collège de France 1975-76, επιμ. Mauro Bertani & Alessandro Fontana, Picador, New York 2003, σελ.30

[127]: FM 3-06, ό.π., σελ.Glossary-21

[128]: «Δημόσιες Υποθέσεις: Εκείνες οι δημόσιες πληροφορίες, οι πληροφορίες οι σχετικές με τη διοίκηση, και οι δραστηριότητες που σχετίζονται με τις σχέσεις μέσα σε μια κοινότητα, που απευθύνονται τόσο στο εγχώριο κοινό όσο και στο κοινό του εξωτερικού, και που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το Υπουργείο Άμυνας». Ό.π., σελ.Glossary-21 & σελ.5-19,5-20  

[129]: «Επιχειρήσεις Πληροφοριών: Η χρήση βασικών δυνατοτήτων του ηλεκτρονικού πολέμου, των επιχειρήσεων υπολογιστικών δικτύων, των ψυχολογικών επιχειρήσεων, της στρατιωτικής εξαπάτησης, και των επιχειρήσεων ασφαλείας, από κοινού με ειδικευμένες υποστηρικτικές και σχετικές δυνατότητες, με σκοπό να επηρεάσουν και να προστατεύσουν πληροφορίες και συστήματα πληροφοριών και να επέμβουν στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων». Ό.π., σελ.Glossary-14 & σελ.5-14

[130]: Glenn & Medby, ό.π., σελ.91

[131]: Προφανώς και η εν λόγω παρατήρηση δεν αφορά όλους εκείνους και όλες εκείνες που άλλοτε ζητωκραυγάζουν και άλλοτε νιώθουν μία μύχια ικανοποίηση στη θέα των παραπάνω εκτοπισμών. Και αξίζει να ειπωθεί πως πολύ πριν τον Ξένιο-Δία ήταν αυτοί που είχαν φροντίσει να μετατρέψουν τους δημόσιους χώρους σε τόπους απαγορευμένους για μετανάστες/ριες.  

[132]: Η Hannah Arendt αναφορικά με την έννοια του «δημόσιου» έγραφε πως «Για μας, το φαινόμενο –κάτι ορατό και ακουστό τόσο από τους άλλους όσο κι από μας τους ίδιους– αποτελεί πραγματικότητα» και πως «η αντίληψή μας για την πραγματικότητα εξαρτάται ολοκληρωτικά από τα φαινόμενα και συνεπώς από την ύπαρξη μιας δημόσιας σφαίρας». Βλ. Άρεντ Άννα, Η ανθρώπινη κατάσταση (Vita Activa), μτφρ. Στέφανος Ροζάνης και Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Γνώση, Αθήνα 1986, σελ.75,76

[133]: Butler, Precarious Life, ό.π., σελ.148

[134]: Ας μην ξεχνάμε, σε αυτό το σημείο, πως ο Carl Schmitt υποστήριζε πως «Οι έννοιες Φίλος, Εχθρός και Σύγκρουση παίρνουν το πραγματικό τους νόημα διά της διαρκούς αναφοράς τους ιδίως στην πραγματικότητα της φυσικής θανάτωσης. Ο πόλεμος είναι συνέπεια της εχθρότητας, διότι αυτή είναι η υπαρξιακή άρνηση μιας άλλης ύπαρξης. Ο πόλεμος είναι μόνον η ακραία πραγμάτωση της εχθρότητας». Βλ. Σμιττ Καρλ, Η Έννοια του Πολιτικού, μτφρ. Αλίκη Λαβράνου, Κριτική, Αθήνα 1988, σελ.55

[135]: Dadoun Roger, Η Βία – Δοκίμιο για τον «homo violens», μτφρ. Νικόλας Αλ. Σεβαστάκης, Scripta, Αθήνα 1998, σελ.48

[136]: Βλ. το άρθρο του Φαήλου Κρανιδιώτη με τίτλο «Το Μονοπώλιο της Βίας», εφημερίδα Δημοκρατία, 13 Ιανουαρίου 2013, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.dimokratianews.gr/content/12765/%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CF%80%CF%8E%CE%BB%CE%B9%CE%BF-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B2%CE%AF%CE%B1%CF%82?page=1

Leave a comment

Funded by

Partner Institution

About Us

City at the Time of Crisis is a research project tracing and researching the effects of the ongoing financial crisis on urban public spaces in Athens, Greece. Read more...